
Για δεκαετίες, η ιστορία της Jutta Hipp ήταν ένα από τα μυστήρια στην ιστορία της jazz. Κανείς δεν ήξερε γιατί η όμορφη, μοναχική Γερμανίδα πιανίστρια παράτησε τη μουσική (Deezer.com).
Για δεκαετίες, η ιστορία της Jutta Hipp (Γιούτα Χιπ) ήταν ένα από τα μυστήρια στην ιστορία της jazz. Κανείς δεν ήξερε γιατί η όμορφη, μοναχική πιανίστρια που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ λίγα χρόνια νωρίτερα παράτησε τη μουσική στα τέλη της δεκαετίας του 1950.
«Απλώς συνέβη», έλεγε η Hipp το 1986 στην ιστορικό της jazz Ilona Haberkamp, «δεν ένιωθα πια την επιθυμία να παίξω». Είναι όμως αυτή όλη η αλήθεια; Για να καταλάβουμε τι πραγματικά συνέβη χρειάζεται να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Η Jutta γεννήθηκε το 1925 στη Λειψία και έκανε μαθήματα κλασικού πιάνου από τα εννέα της χρόνια. Αν και δεν της επιτρεπόταν να ακούει, πόσο μάλλον να παίζει, αμερικανική μουσική στη ναζιστική Γερμανία της δεκαετίας του ‘30, ανακάλυψε τη jazz, τη swing και τα blues ακούγοντας παράνομα ραδιόφωνα.

Παίζοντας με Αμερικανούς στο Orlando Club του Μονάχου το 1950 για να βγάλει τα προς το ζην. Με το κουιντέτο που είχε δημιουργήσει στη Φρανκφούρτη το 1953 ηχογράφησε το πρώτο της άλμπουμ (Everything jazz, Katja von Schuttenbach, Faz.net, France Musique, Wikipedia).
Μετά τον πόλεμο, και με την Ανατολική Γερμανία να καταλήγει στους Σοβιετικούς, η οικογένειά της διέφυγε στο κατεχόμενο από τους Αμερικανούς Μόναχο. Σπουδάζοντας σχέδιο και ζωγραφική, η νεαρή Jutta έβγαζε τα προς το ζην παίζοντας πιάνο στο τσίρκο και σε κλαμπ με Αμερικανούς. Και, σταδιακά, άρχισε να γίνεται γνωστή στην εκκολαπτόμενη μεταπολεμική μουσική σκηνή της Δυτικής Γερμανίας.
Το 1948, απέκτησε έναν γιo –που ονόμασε Lionel προς τιμήν του βιμπραφωνίστα Lionel Hampton– με πατέρα έναν Μαύρο Αμερικανό στρατιώτη. Ο Αμερικανικός Στρατός, όμως, δεν επέτρεπε τότε σε Μαύρους να αποκτήσουν παιδί με λευκές γυναίκες και να διεκδικήσουν την πατρότητά του, ακόμα κι αν το επιθυμούσαν.

Το ταλέντο της Jutta Hipp ανακαλύφθηκε το 1954 από τον Βρετανό ιμπρεσάριο Leonard Feather σ’ ένα κλαμπ του Ντούισμπουργκ (Taz.de).
Οπότε, ο άγνωστος πατέρας επέστρεψε στις ΗΠΑ και η Jutta έδωσε το μωρό για υιοθεσία. Ήταν δε τόσο φτωχή που αναγκαζόταν να κατοικεί σ’ ένα από τα δωμάτια που διέθετε ο Αμερικανικός Στρατός για τους Γερμανούς που απασχολούνταν στις διάφορες υπηρεσίες του.
Το 1954, σ’ ένα κλαμπ του Ντούισμπουργκ, το ταλέντο της Hipp ανακαλύφθηκε από τον Βρετανό συνθέτη, παραγωγό και ιμπρεσάριο Leonard Feather που εκείνη την εποχή συνόδευε τη Billie Holiday σε τουρνέ στη Γερμανία – την είχε ακούσει σε μαγνητοταινία που του είχε στείλει Αμερικανός στρατιώτης.

Παρά την αυξανόμενη δημοτικότητά της, η συνεσταλμένη Γερμανίδα πάλευε με την αυτοαμφιβολία, την κατάθλιψη και τη μοναξιά (Jazzwax).
O Feather γοητεύτηκε από το παίξιμο της Jutta –και από τα μακριά, μαύρα μαλλιά και τα μισόκλειστα, σαγηνευτικά μάτια της– και την προσκάλεσε στη Ν. Υόρκη. Μάλιστα, όσο εκείνη βρισκόταν στη Γερμανία περιμένοντας τη βίζα της, χρηματοδότησε την ηχογράφηση, για τη Blue Note, του πρώτου της άλμπουμ, New Faces–New Sounds from Germany, με το κουιντέτο που η Hipp είχε δημιουργήσει το 1953.
Και κάπως έτσι, το 1956, η Jutta Hipp βρέθηκε στη Ν. Υόρκη. Ήταν η πρώτη λευκή και ευρωπαία πιανίστρια και μία από τις ελάχιστες γυναίκες στον ανδροκρατούμενο, ειδικά από Μαύρους μουσικούς, χώρο της jazz.

Το 1957 η Jutta Hipp ηχογράφησε ένα άλμπουμ με τον διάσημο σαξοφωνίστα Zoot Sims. Όλα έδειχναν ότι είχε φτάσει στο ζενίθ της καριέρας της (Francis Wolff/Blue Note).
Ο Feather τής «άνοιξε την πόρτα» του διάσημου εστιατορίου Hickory House όπου ηχογραφήθηκαν ζωντανά δύο άλμπουμ με τον Βρετανό μπασίστα Peter Ind και τον Αμερικανό ντράμερ, γνωστό από τη συνεργασία του με τον Oscar Peterson, Ed Thigpen. Και το 1957, η Hipp ηχογράφησε, πάντα για τη Blue Note, ένα άλμπουμ [μουσική συνοδεία του οποίου γράφονται αυτά] με τον διάσημο σαξοφωνίστα Zoot Sims.
Όλα έδειχναν ότι η Jutta έφτανε στο ζενίθ της καριέρας της. Δεν αισθανόταν όμως άνετα. Αν και αγαπούσε το πιάνο, προτιμούσε να παίζει για διασκέδαση, και ακόμα και τότε για μικρό κοινό, παρά για να βγάζει λεφτά. Οι μεγάλοι χώροι και η πολυκοσμία τη φόβιζαν.
Η συνεσταλμένη και εσωστρεφής Γερμανίδα, έχοντας επιζήσει από τον πόλεμο και τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς στη Λειψία, φαίνεται πως έπασχε από Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD). Παράλληλα, πάλευε με την αυτοαμφιβολία, την κατάθλιψη και τη μοναξιά. Βιώνοντας δε τον μισογυνισμό στον χώρο της και τον ρατσισμό στην Αμερική της δεκαετίας του ’50, άρχισε να αντιπαθεί τη δουλειά της.

Μερικά από τα άλμπουμ που ηχογράφησε για τη Blue Note (Deezer.com, Blue Note, SWR Music).
Εξαιτίας και της αυξανόμενης δημοτικότητάς της, καταξιωμένοι μουσικοί, όπως ο Miles Davis και ο Art Blakey μεταξύ άλλων, συχνά συμπεριφέρονταν εχθρικά απέναντί της. Τι γύρευε μια λευκή γυναίκα και μάλιστα Γερμανίδα –οι μνήμες του Πολέμου ήταν ακόμα έντονες– στον «δικό» τους χώρο; Και αυτό ήταν κάτι που η Jutta έπαιρνε πολύ προσωπικά, αναρωτώμενη αν πραγματικά άξιζε αυτά που είχε κατορθώσει.
Έχοντας από καιρό καταφύγει στο αλκοόλ για να καταπολεμήσει τη χαμηλή της αυτοεκτίμηση, άρχισε να γίνεται απρόβλεπτη. Τους επόμενους μήνες, έχασε την υποστήριξη δύο σημαντικών ανθρώπων: του Feather που, όντας και ερωτικά απογοητευμένος μαζί της, άρχισε μάλιστα να τη διαβάλλει στους κύκλους του, και του ατζέντη της, Joe Glazer.
To 1958 τη βρήκε μόνη, ψυχικά καταρρακωμένη και στα πρόθυρα της αστεγίας. Η πενιχρά αμειβόμενη δουλειά που είχε βρει σε βιοτεχνία ρούχων άμβλυνε κάπως το άγχος της. Άρχισε σιγά-σιγά να απομακρύνεται από τη μουσική σκηνή, καθώς είχε σταματήσει να πίνει, αλλάξει ζωή και δεν άντεχε να παίζει τα βράδια.

Τον Ιούνιο του 1950 με τον γιο της, που αναγκάστηκε να δώσει για υιοθεσία, και σε μια από τις τελευταίες της φωτογραφίες, στο διαμέρισμά της στο Queens της Ν. Υόρκης (Katja von Schuttenbach, From The Vaults).
Δουλεύοντας τις καθημερινές στη βιοτεχνία, έπαιζε σε κάποια κλαμπ τα Σαββατοκύριακα, σε μικρότερους όμως χώρους, στις συνοικίες της Ν. Υόρκης, μακριά από το Manhattan. Της άρεσαν αυτά τα μικρά κλαμπ. Οι χώροι ήταν οικείοι, το κοινό ενθουσιώδες και οι ιδιοκτήτες ευγενικοί.
Δεν άργησε όμως να εγκαταλείψει οριστικά τον κόσμο της μουσικής επιλέγοντας να ζήσει μια ήρεμη, απομονωμένη ζωή σχεδιάζοντας και ζωγραφίζοντας σ’ ένα μικρό διαμέρισμα γεμάτο βιβλία και δίσκους, δίχως όμως πιάνο, στο Queens της Ν. Υόρκης. Συνέχισε να εργάζεται ως μοδίστρα μέχρι τα 70 της. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, αλλά κράτησε λίγες στενές φιλίες με ανθρώπους από τον κόσμο της τζαζ, κυρίως μέσω αλληλογραφίας.
Τη δεκαετία του 1980, όταν η Jutta Hipp είχε πια ξεχαστεί και ξεγραφτεί από την ιστορία της jazz, το έργο της ανακαλύφθηκε ξανά και επανεκδόθηκε από τη Blue Note. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2001, ο Tom Evered, τότε διευθυντής της Blue Note, ερευνώντας οφειλές της εταιρείας σε μουσικούς από δικαιώματα, έμεινε έκπληκτος με αυτά που ανακάλυψε.
Βρήκε το τηλέφωνο της Hipp από τη σύζυγο του σαξοφωνίστα Lee Konitz – οι Konitz ήταν από τους λίγους με τους οποίους η Hipp είχε κρατήσει επαφή. Της τηλεφώνησε για να της αναγγείλει ότι υπήρχαν περίπου $35.000 στον λογαριασμό δικαιωμάτων της και ήθελε να της δώσει την επιταγή. Η γραμμή σίγησε. Πέρασαν δευτερόλεπτα… Μέχρι που η Jutta, με τη βαριά, γερμανική προφορά της, ψέλλισε: “Mein Gott!”.
Εκείνη την εποχή, η Hipp ήταν 76 ετών, ζούσε μόνη, χωρίς οικογένεια στην Αμερική, με κοινωνική ασφάλιση και με μια μικρή συνταξιοδοτική σύνταξη. Δεν μπορούσε λοιπόν να πιστέψει ότι βρέθηκε ξαφνικά με τόσα χρήματα από το πουθενά.
Ωστόσο, ήταν πολύ αργά για να τα χαρεί. Τα περισσότερα από αυτά πήγαν για να εξοφλήσουν λογαριασμούς και ιατρικά έξοδα. Δυο χρόνια αργότερα, στις 7 Απριλίου του 2003, η Jutta Hipp πέθανε από καρκίνο στο διαμέρισμά της στο Sunnyside του Queens.
Δεν είχε επισκεφθεί ποτέ ξανά τη Γερμανία, δεν είχε καμία επαφή με τον γιο της, ενώ είχε κατηγορηματικά απορρίψει κάθε πρόταση για επιστροφή σε ηχογράφηση. Είχε δε φροντίσει να δωρίσει το σώμα της για έρευνα στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Columbia.

Tο 2011, μια οδός της Λειψίας μετονομάστηκε προς τιμήν της: Jutta-Hipp-Weg (Katja von Schuttenbach).
Στη νεκρολογία τους, οι Times της Ν. Υόρκης ανέφεραν ότι «η Hipp δεν είχε γνωστούς απογόνους», αν και ο γιος της, Lionel, ζούσε στη Γερμανία μέχρι τουλάχιστον το 2013, όντας πλέον 65 χρόνων.
Το 2005, οι στάχτες της Jutta Hipp σκορπίστηκαν στη θάλασσα του Long Island, ενός από τα αγαπημένα της μέρη. Και το 2011, μια από τις οδούς της Λειψίας μετονομάστηκε προς τιμήν της σε Jutta-Hipp-Weg.
//Κύρια πηγή για τα παραπάνω ήταν η ιστορικός, δημοσιογράφος και βιογράφος της Jutta Hipp, Katja von Schuttenbach.
Διαβάστε ακόμα: H Βασίλισσα της Bugatti. Η άγνωστη ιστορία της Hellé Nice.




