«Προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τα όρια, να απαλλαγούμε από αυτά, αλλά θα μας κάνει αυτό πραγματικά ευτυχισμένους;» (φωτογραφία: Λήδα Κατσανούλη)

Βρέθηκα στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τις πρώτες του ημέρες και είχα περιέργεια να δω τις προβολές σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, όμως το φιλμ που μου έκλεψε την καρδιά ήταν μια εξομολόγηση για το σπίτι, την πατρίδα, και πώς βρίσκεις τον εαυτό σου έξω από αυτά. Στο τέλος της προβολής του Home Game της Lidija Zelovic, ελάχιστα ζευγάρια μάτια έμειναν στεγνά.

Η σκηνοθέτιδα που γεννήθηκε στην Γιουγκοσλαβία και από την έναρξη του πολέμου ζει στην Ολλανδία αφηγείται μια παλιά ιστορία με ανοιχτές πληγές που είναι επίκαιρη σε μια περίοδο αποσταθεροποίησης και διχασμού στην Ευρώπη. Μάλιστα, όπως μου είπε, η ίδια επέλεξε τη συμμετοχή στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης αντί σε εκείνο της Κοπεγχάγης, γιατί ένιωθε ότι το κοινό θα συνδεθεί περισσότερο, λόγω εγγύτητας.

Απόδραση από την παράνοια, κουφόβραση, εδώ είναι Βαλκάνια / Δε γελάω ούτε κλαίω τόσο εύκολα πια, μισώ κι αγαπώ πια σπάνια

Συναντηθήκαμε και συζητήσαμε όσα πραγματεύεται το ντοκιμαντέρ της, τι σημαίνει ξεριζώνομαι, για τη δύναμη της γλώσσας και της αγάπης, κι ακόμα για όσα μπορεί να διδαχθεί η Ευρώπη σε αυτή την κρίσιμη και ιστορική συγκυρία από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

«Η ελευθερία πάντα έχει ένα κόστος. Δεν υπάρχει περίπτωση να είσαι απόλυτα ελεύθερος χωρίς να κοστίσει σε κάποιον άλλον».

– Θυμάσαι τη στιγμή που ένιωσες ελεύθερη για πρώτη φορά;

Η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι ένιωθα μια απόλυτη ελευθερία, ήταν όταν ήμουν πια ήδη στην Ολλανδία για πέντε χρόνια. Έχασα πολλά χάνοντας την πατρίδα μου, αλλά εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως μπορεί να είναι καλό να την χάνεις, με την έννοια ότι δεν είσαι παγιδευμένος στους κανόνες και τις αξίες μιας κοινωνίας. Οι κανόνες και οι αξίες μπορούν να σου δώσουν πολλά – ασφάλεια, σταθερότητα, προστασία – αλλά σε κρατούν και δέσμιο με κάποιον τρόπο. Αν δεν προσέξεις, μπορεί να σε κρατήσουν πίσω.

– Με ποια έννοια; 

Σε αυτό το επίπεδο, συνειδητοποίησα ότι δεν γνώριζα τους κανόνες και τις αξίες αυτού του νέου τόπου, της Ολλανδίας. Και για μια στιγμή, μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου, γιατί δεν ήμουν παγιδευμένη στον παλιό κοινωνικό αξιακό κώδικα, ούτε είχα μάθει ακόμα τον νέο. Σκέφτηκα ότι κάποια στιγμή θα τον μάθω και τότε θα με παγιδεύσει κι αυτός. Έτσι, αυτή ήταν η στιγμή που για λίγο, το μόνο που είχα ήμουν εγώ. Ήταν πολύ δυνατό συναίσθημα. Εκείνη ήταν μια στιγμή απόλυτης ελευθερίας.

– Πώς ισορρόπησες την ανάγκη σου για ελευθερία με την αίσθηση του «σπιτιού»;

Ένιωθα ελεύθερη ακριβώς επειδή η οικογένειά μου έφτασε στην Ολλανδία όταν ο πόλεμος είχε τελειώσει, και πλέον δεν υπήρχε απειλή πολέμου για την υπόλοιπη οικογένειά μου, για την πατρίδα μου. Επίσης, δεν ζούσα μαζί τους, ζούσα ξεχωριστά, αλλά ήταν ασφαλείς και ήταν κοντά μου, οπότε είχα αυτή την αίσθηση ασφάλειας του σπιτιού, που είναι πολύ σημαντική. Ξέρεις πως είπε ο Σαρτρ ότι οι Γάλλοι ήταν πιο ελεύθεροι κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, γιατί ήταν αναγκασμένοι να σκέφτονται, δεν είχαν αυτούς τους κανόνες και τις αξίες, όλα είχαν καταρρεύσει, οπότε είναι ένας πολύ ενδιαφέρων τρόπος ελεύθερης σκέψης. Είχε ολόκληρη θεωρία για την ελεύθερη σκέψη, τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος, να μπορείς να σκέφτεσαι ελεύθερα. Είμαστε τώρα ικανοί να σκεφτόμαστε ελεύθερα, όταν έχουμε τα social media και τα κινητά τηλέφωνα;

– Πιστεύεις ότι η ελευθερία προέρχεται από τα όρια, με κάποιον τρόπο;

Με κάποιον τρόπο, ναι. Προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τα όρια, να απαλλαγούμε από αυτά, αλλά θα μας κάνει αυτό πραγματικά ευτυχισμένους; Είναι όντως αυτό που ζητάμε, όλες αυτές οι ελευθερίες; Γιατί αν αποκτήσω την απόλυτη ελευθερία μου, τότε θα είναι εις βάρος της δικής σου ελευθερίας. Η ελευθερία πάντα έχει ένα κόστος. Δεν υπάρχει περίπτωση να είσαι απόλυτα ελεύθερος χωρίς να κοστίσει σε κάποιον άλλον, εκτός αν θεωρήσουμε ότι η δική μου ελευθερία αξίζει περισσότερο από τη δική σου.

– Αυτή είναι μια πολύ ατομικιστική προσέγγιση. Προτιμάς το αίσθημα σύνδεσης που υπήρχε στη Γιουγκοσλαβία εκείνη την εποχή;

Αυτό μου λείπει, Γιάννη. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να βάλω τα κλάματα γι’ αυτό, μου λείπει τόσο πολύ, γιατί ήταν κάτι δημιουργικό και όμορφο. Μερικοί λένε: «Ω, ήσουν δογματικός, ήσουν θύμα προπαγάνδας». Μα όλα είναι προπαγάνδα! Νομίζεις ότι τα McDonald’s είναι ελευθερία; Όχι, είναι προπαγάνδα.

Οπότε, αν είναι να με προπαγανδίσουν, ας με προπαγανδίσουν με αγάπη, σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ, κάνε με να πιστέψω ότι νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον, ότι χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον. Δώσε μου αυτή την προπαγάνδα. Γιατί τώρα προσπαθούν να με πείσουν ότι η ελευθερία είναι να διαλέγω ανάμεσα σε ένα iPhone και ένα Samsung. Όχι! Και στην πραγματικότητα, δεν έχω καν την ελευθερία να μην έχω κινητό. Αυτή είναι μια ελευθερία κατανάλωσης, αλλά είναι κάτι τελείως διαφορετικό – και ακόμα κι αυτό δεν είναι αλήθεια, αρκεί να δεις τι γίνεται στα μέσα ενημέρωσης.

«Έχοντας υπάρξει πολεμικός ανταποκριτής, συνειδητοποίησα ότι δεν μαθαίνεις τίποτα από το να βρίσκεσαι εκεί» (φωτογραφία: Λήδα Κατσανούλη).

– Εφόσον ήσουν και πολεμική ανταποκρίτρια, και μάλιστα το ντοκιμαντέρ σου ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με τον πόλεμο, θυμάμαι ότι ο Jean Baudrillard είχε γράψει ένα εκτενές κείμενο στη Liberation, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος στον Κόλπο δεν συνέβη ποτέ. Ήθελε να κάνει την ανταπόκρισή του από το γραφείο του στο Παρίσι, γιατί πίστευε ότι δεν έχει σημασία να δείξεις τι συμβαίνει εκεί, λόγω του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι καταναλώνουν το περιεχόμενο του πολέμου. Πώς σου ακούγεται αυτό σήμερα;

Για να είμαι ειλικρινής, έχοντας υπάρξει πολεμικός ανταποκριτής, συνειδητοποίησα ότι δεν μαθαίνεις τίποτα από το να βρίσκεσαι εκεί. Πρώτον, δεν είσαι εσύ αυτός που παίρνει τις αποφάσεις, οι αποφάσεις λαμβάνονται από ψηλά. Δεν βλέπεις, δεν έχεις τη συνολική εικόνα. Οπότε η ιδέα ότι «θα πάω εκεί και θα αποφασίσω με βάση την εμπειρία μου» είναι λανθασμένη. Το ίδιο συνέβη και με εμένα, όταν ήμουν στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία.

Επιπλέον, έκανα το μεταπτυχιακό μου πάνω στην επίδραση των ΜΜΕ στον πόλεμο, και αυτό που συνειδητοποιείς είναι το πώς τα μέσα χρησιμοποιούνται. Όταν βρίσκεσαι μέσα στη διαδικασία, όταν παράγεις το περιεχόμενο των μέσων, δεν βλέπεις τη συνολική εικόνα. Δεν έχεις επίγνωση του τι συμβαίνει, γιατί είναι πολύ δύσκολο να κάνεις κάτι και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς ότι σε εκμεταλλεύονται, ότι χρησιμοποιείσαι για να αφηγηθείς μια συγκεκριμένη εκδοχή της ιστορίας. Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο, ας το πούμε έτσι.

«Φαντάσου τι θα συνέβαινε στις Ηνωμένες Πολιτείες αν η Ιαπωνία και η Κίνα ζητούσαν άμεσα την αποπληρωμή των αμερικανικών χρεών—καθώς είναι οι μεγαλύτεροι δανειστές τους. Θα κατέρρεαν σε όλα τα επίπεδα».

– Θα προτιμούσες να ήσουν ένα αντικείμενο, κάτι άψυχο, για να καταγράφεις τον πόλεμο;

Το θέμα με την κάμερα είναι ότι χρειάζεται χρόνος για να γίνει αντικειμενικός παρατηρητής του κόσμου. Το πρόβλημα είναι πως όταν υπάρχει κάμερα, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να έχω όλο αυτό το υλικό για μεγάλο χρονικό διάστημα με την οικογένειά μου, γιατί κάποια στιγμή έπαψαν να συνειδητοποιούν την παρουσία μου εκεί με την κάμερα. Χρειάζεται χρόνος για να σε αγνοήσουν, για να ξεχάσουν ότι υπάρχεις εκεί ως παρατηρητής, καταγράφοντας.

– Σκεφτόμουν συνέχεια κατά τη διάρκεια της ταινίας: είναι πραγματικά ένα ντοκιμαντέρ ή είναι σκηνοθετημένο; Πώς γίνεται να συμπεριφέρονται τόσο φυσικά και όλα να είναι τόσο ακριβή;

Αυτό συμβαίνει γιατί προέρχεται από μια επιλογή εκατοντάδων ωρών υλικού, κάτι που ήταν σκέτη κόλαση. Επίσης, είχε να κάνει με το γεγονός ότι κινηματογραφούσα για πολύ, πολύ καιρό, και ότι η οικογένειά μου πραγματικά με εμπιστευόταν. Με αγαπούν και με εμπιστεύονται και δεν διστάζουν… Στην αρχή, φυσικά, το συνειδητοποιούσαν. Αλλά κάποια στιγμή, όταν εμφανιζόμουν με την κάμερα, δρούσαν φυσικά. Και επίσης δεν με ένοιαζε. Μερικές φορές απλώς άφηνα την κάμερα δίπλα και ξεχνούσα ότι τραβούσε. Ή νόμιζα ότι την είχα ενεργοποιήσει και τελικά δεν την είχα ανοίξει. Ξέρεις πόσο υλικό δεν κατέγραψα γιατί ήμουν απολύτως πεπεισμένη ότι η κάμερα ήταν ανοιχτή, αλλά δεν ήταν; Ή άλλες φορές, μόνο κατά τη διάρκεια του μοντάζ, συνειδητοποιούσα ότι δεν την είχα κλείσει—απλώς είχε τελειώσει η μπαταρία και έτσι απενεργοποιήθηκε. Τέτοια πράγματα.

– Κάπως έτσι, όμως, βγαίνει κάτι αληθινό… 

Κατά έναν περίεργο τρόπο, έτσι προκύπτει αυτό το cinéma vérité, αυτή η ιδέα του αντικειμενικού κινηματογράφου, όπου συνειδητοποιείς ότι χρειάζεται χρόνος… Ακόμα και για την ίδια σου την οικογένεια, να πάψει να προσέχει την παρουσία της κάμερας. Ο γιος μου, για παράδειγμα, δεν ξέρει κάτι διαφορετικό. Τον κινηματογραφώ από τότε που ήταν παιδί, οπότε όταν ήρθαν στο σχολείο και ζήτησαν άδεια για να τον κινηματογραφήσουν, τον ρώτησα αν τον πειράζει, και απάντησε: «Υπάρχει ζωή χωρίς κάμερα; Είναι δυνατόν;» Όμως είναι διαφορετικό, γιατί παρατήρησα ότι όταν τον κινηματογραφεί κάποιος άλλος, δεν είναι τόσο ανοιχτός. Πραγματικά με εμπιστεύεται πάρα πολύ.

– Έχεις, λοιπόν, ένα είδος ευθύνης εκεί.

Φυσικά. Αυτό είναι πολύ σωστό, γιατί μαζί με την εμπιστοσύνη έρχεται και η ευθύνη.

– Ένιωθες ότι υπήρχε εμπιστοσύνη στη γιουγκοσλαβική κοινωνία;

Τότε; Ναι. Πίστευα πραγματικά ότι υπήρχε εμπιστοσύνη, αλλά το πιο απογοητευτικό είναι ότι… Ναι, υπήρχε τεράστια εμπιστοσύνη, αλλά μπορείς να την αφαιρέσεις μέσω του φόβου. Αν εισάγεις τον φόβο, μπορείς να κάνεις οτιδήποτε σε μια κοινωνία. Οτιδήποτε θέλεις.

– Αυτό συνέβη στη χώρα σου; 

Αυτό ακριβώς συνέβη στη Γιουγκοσλαβία. Το 1980 πέθανε ο Τίτο και λίγο μετά το ΔΝΤ ζήτησε την άμεση αποπληρωμή των δανείων, κάτι που είχε άμεση και καταστροφική επίδραση σε μια κοινωνία που μόλις είχε χάσει έναν μεγάλο ηγέτη. Ξαφνικά βρέθηκαν σε μια δύσκολη οικονομική κατάσταση και μετά μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις με μια κοινωνία. Φαντάσου τι θα συνέβαινε στις Ηνωμένες Πολιτείες αν η Ιαπωνία και η Κίνα ζητούσαν άμεσα την αποπληρωμή των αμερικανικών χρεών—καθώς είναι οι μεγαλύτεροι δανειστές τους. Θα κατέρρεαν σε όλα τα επίπεδα. Καταρρέουν ήδη και χωρίς αυτό, αλλά το θέμα είναι ότι η επίδραση του δυτικού κόσμου σε μια κουλτούρα είναι άμεση. Το ΔΝΤ προσπάθησε να το παρουσιάσει ρομαντικά, σαν να ήταν «για το καλό του λαού». Σιγά μην ήταν! Με κάνεις εξαρτημένο! Κοίτα τα μέσα ενημέρωσης—οποιοδήποτε ιδιωτικό μέσο πρέπει να ικανοποιεί κάποιον. Αν κάποιος σε χρηματοδοτεί και μετά τραβήξει τη χρηματοδότηση, δεν μπορείς να υπάρξεις. Άρα δεν είσαι ποτέ πραγματικά ανεξάρτητος.

Η Lidija Zelovic συναντήθηκε με τον συνεργάτη μας Γιάννη Σκορδά: «Στην ταινία χρησιμοποιώ την Ολλανδία γιατί επηρεάζει άμεσα τη ζωή μου και τη ζωή του γιου μου στο μέλλον, αλλά στην πραγματικότητα είμαι περισσότερο εμμονική με την παγκόσμια πολιτική». (φωτογραφία: Λήδα Κατσανούλη).

– Τι είναι αυτό που σε κάνει να ενδιαφέρεσαι τόσο για την ολλανδική πολιτική; Αυτό μου τράβηξε την προσοχή, γιατί ίσως θα τη θεωρούσα βαρετή—μήπως είσαι εθισμένη στην κατανάλωση ειδήσεων όπως εγώ; Γιατί προφανώς έχεις μια σπουδαία κατανόηση του κόσμου, αλλά επιλέγεις να εστιάσεις στην ολλανδική πολιτική στην ταινία.

Ναι, ξέρεις, στην ταινία χρησιμοποιώ την Ολλανδία γιατί επηρεάζει άμεσα τη ζωή μου και τη ζωή του γιου μου στο μέλλον, αλλά στην πραγματικότητα είμαι περισσότερο εμμονική με την παγκόσμια πολιτική. Υπάρχει αυτή η φράση, που είναι πολύ αληθινή, ότι οι άνθρωποι που έχουν βιώσει τις άσχημες συνέπειες της πολιτικής νιώθουν ότι έχουν μια στενή σχέση με αυτήν. Οπότε η πολιτική δεν είναι κάτι βαρετό—είναι κάτι που επηρεάζει τη ζωή σου άμεσα. Έτσι, αυτή η νοοτροπία που έχουν οι Ολλανδοί, να εμπιστεύονται τους κυβερνώντες τους και να λένε «α, δεν με νοιάζει η πολιτική», είναι αδιανόητη. Δεν μπορείς να έχεις την πολυτέλεια να μη νοιάζεσαι για την πολιτική! Και αυτό με κάνει ακόμα πιο εμμονική—η συνειδητοποίηση ότι δεν τους νοιάζει με κάνει να το σκέφτομαι ακόμα περισσότερο. Γιατί απλά δεν μπορείς να το αγνοήσεις.

«Η Γιουγκοσλαβία δεν ανήκει στο παρελθόν, η Γιουγκοσλαβία είναι το μέλλον. Έπρεπε να τη βοηθήσουν να μείνει ενωμένη».

– Πώς μπορείς να είσαι τόσο ενεργή στην πολιτική και ως πολίτης, νομίζω πρώτα απ’ όλα, και να δραστηριοποιείσαι σε έναν χώρο όπου οι άλλοι δεν το κάνουν;

Δεν μπορώ! Γι’ αυτό ακριβώς φτιάχνω μια ταινία, με την ελπίδα ότι θα τους κάνω να δουν τι συμβαίνει, αυτή η ταινία είναι η αντίδρασή μου στο να προσπαθώ να επηρεάσω την πολιτική με διάφορους τρόπους και να αποτυγχάνω. Συνέχιζα να γράφω στα ολλανδικά μέσα ενημέρωσης, αλλά μου έλεγαν συνέχεια «α, δεν αναγνωρίζουμε την Ολλανδία στην περιγραφή σου, είναι το τραύμα σου». Δεν είναι! Είναι απλώς… Η ταινία είναι ο άλλος μου τρόπος να προσπαθήσω να κάνω κάτι, αφού δεν κατάφερα να το κάνω με τα γραπτά μου. Δεν τα καταφέρνω, αλλά έχω έναν γιο, δεν μου ζήτησε να γεννηθεί. Έχω ευθύνη απέναντί του και απέναντι σε εσένα και σε όλους. Νιώθω ότι έχω την ευθύνη να δημιουργήσω μια καλή ζωή.

– Σκεφτόμουν τη γενιά σου, τους ανθρώπους που ήταν στη Βοσνία, γενικά στη Γιουγκοσλαβία, στα είκοσί τους χρόνια. Τι κάνουν τώρα, πού βρίσκονται; Νιώθεις συνδεδεμένη μαζί τους;

Ναι, πάρα πολύ. Έχω πολλούς Γιουγκοσλάβους φίλους στην Ολλανδία και είμαστε ένα από τα πιο ενσωματωμένα κομμάτια της κοινωνίας. Στην ταινία υπάρχει ένας φίλος μου που με βοηθάει με το σπίτι. Τον ρώτησα τι σημαίνει να είσαι Γιουγκοσλάβος στο εξωτερικό και είδες τι είπε στην ταινία, κυνικά και αυτοσαρκαστικά: «Είμαστε Σλάβοι, δεν αφήνουμε κανέναν να χέσει στο κεφάλι μας, ανοίγουμε το στόμα μας!». Παίζει πάντα τον εγκληματία, τον Ρώσο ή τον Γιουγκοσλάβο εγκληματία. Όχι, είναι χειρότερο! Παίζει τον καλύτερο φίλο ενός εγκληματία—δεν είναι καν εγκληματίας! Δεν θα είσαι εσύ ο εγκληματίας, ο Ολλανδός θα έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά εσύ θα είσαι ο καλύτερος φίλος του, γιατί είσαι Σλάβος.

– Ήθελα να σε ρωτήσω για τη σημασία της γλώσσας στην καθημερινότητά σου, γιατί μου είπες νωρίτερα για τον φούρνο που πηγαίνεις κάθε μέρα, όπου τους μιλάς στα ολλανδικά και σου απαντούν στα αγγλικά.

Κοίτα, οι Ολλανδοί φίλοι μου, φυσικά, μου μιλούν πάντα στα ολλανδικά. Στο μεταξύ, πιθανότατα έχουν ξεχάσει ότι δεν είμαι από εκεί. Αλλά η κοινωνία στο σύνολό της δεν με αφήνει να το ξεχάσω. Και το χειρότερο είναι ότι δεν το κάνουν για να με πληγώσουν—θέλουν να με κάνουν να νιώσω άνετα. Αλλά κάθε φορά μου υπενθυμίζουν ότι, ναι, δεν είμαι από εδώ. Παρόλο που έχω ζήσει εδώ πολύ περισσότερο από ό,τι έζησα στην πατρίδα μου—32 χρόνια.

«Το μεγαλύτερο λάθος που έκανε η Ευρώπη ήταν να υποστηρίξει τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας» (φωτογραφία: Λήδα Κατσανούλη).

– Ο τρόπος που λες «Volim te» στον γιο σου στην ταινία και το πώς ακούγεται διαφορετικά στη γλώσσα σου, μου θύμισε το Past Lives. Μπορείς να πεις «Σ’ αγαπώ» και να σημαίνει το ίδιο, αλλά είναι τελείως διαφορετικό.

Αυτή η «παρηγοριά» είναι ένα περίεργο συναίσθημα, αλλά είναι η μοίρα όλων των ξένων. Θεός φυλάξοι, αν ήσουν ξένος στη Βοσνία ή στη Γιουγκοσλαβία—θα ήταν το ίδιο. Δεν είναι κάτι το συγκεκριμένο, έτσι είναι παντού. Αλλά το να μιλάω τη γλώσσα μου στον γιο μου είναι ουσιαστικό για μένα, είναι ταυτότητα. Είναι πολύ αστείο με τα αγγλικά, γιατί μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν και απόσταση. Είναι η γλώσσα όλων και γι’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, δεν σημαίνει τίποτα. Όλοι μιλάμε τη δική μας γλώσσα. Όσο για τα σερβοκροατικά… Τότε που ζούσα εκεί, η γλώσσα μας λεγόταν σερβοκροατικά. Τώρα, επειδή πολεμήσαμε έναν πόλεμο, λέγεται σερβικά, κροατικά και βοσνιακά. Αλλά η διαφορά είναι σαν να ξεχωρίζαμε τα αγγλικά της Αμερικής από τα αγγλικά της Βρετανίας. Τόσο μικρή είναι.

«H Ευρώπη χρειάζεται αλλαγή, χρειάζεται επανάσταση. Πρέπει να αποδεχτεί τις διαφορές, όχι να αποφασίζουν οι ισχυρότερες και πλουσιότερες χώρες λόγω των χρημάτων».

– Ο πόλεμος πάντα διχάζει. Αυτή τη στιγμή, φαίνεται πως το αμερικανικό σχέδιο στοχεύει να στηρίξει τα ακροδεξιά κόμματα, ώστε να διασπάσει την Ευρώπη και να μην παίξει τον ρόλο του τρίτου πόλου στη σημερινή γεωπολιτική. Ποιο είναι το μάθημα από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας σε σχέση με όσα βιώνει σήμερα η Ευρώπη;

Πραγματικά πιστεύω ότι το μεγαλύτερο λάθος που έκανε η Ευρώπη ήταν να υποστηρίξει τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Η Γιουγκοσλαβία δεν ανήκει στο παρελθόν, η Γιουγκοσλαβία είναι το μέλλον. Έπρεπε να τη βοηθήσουν να μείνει ενωμένη. Δεν έπρεπε να βοηθήσουν στη διάλυσή της, αλλά αυτό ακριβώς έκαναν. Και τώρα πληρώνουμε το τίμημα. Κοίτα τι έχουμε μπροστά μας. Η Ευρώπη ήταν μια λαμπρή ιδέα. Θα μπορούσε να είναι λαμπρή, ναι, αλλά ζούμε για μεγάλο διάστημα. Δεν ζούμε σύμφωνα με αυτήν την ιδέα. Στα χαρτιά ναι, αλλά στην πραγματικότητα είναι οι ισχυρές χώρες εναντίον των αδύναμων. Και αυτό δεν είναι η Ευρώπη που υποτίθεται ότι εκπροσωπούμε.

– Μοιάζει με την κλασική τακτική του «διαίρει και βασίλευε», αλλά νομίζω ότι πρέπει να μάθουμε από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας για να κατανοήσουμε το μέλλον της Ευρώπης.

Ακριβώς. Και αυτό συνέβη με τη Γιουγκοσλαβία. Είτε επιμένεις στις διαφορές είτε στις ομοιότητες. Ο τρόπος που λειτουργεί η Ευρώπη δεν δουλεύει. Μόνο οι χώρες που συμφωνούν μεταξύ τους αποφασίζουν τι θα γίνει. Δεν λειτουργεί έτσι. Αν υποκρίνεσαι ότι είσαι μια κοινότητα, πρέπει να ρωτήσεις όλους. Αλλά δεν ρωτάμε. Και αυτό δίνει το επιχείρημα στη δεξιά να λέει «ας φύγουμε από την Ευρώπη». Δεν είναι ποτέ καλή λύση να φύγεις από την Ευρώπη. Αλλά η Ευρώπη χρειάζεται αλλαγή, χρειάζεται επανάσταση. Πρέπει να αποδεχτεί τις διαφορές, όχι να αποφασίζουν οι ισχυρότερες και πλουσιότερες χώρες λόγω των χρημάτων. Παίζουμε συνεχώς το ίδιο καπιταλιστικό παιχνίδι. Νιώθω ότι ο καπιταλισμός κατάπιε τη δημοκρατία ολόκληρη. Εισαχθήκαμε στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία ταυτόχρονα και δεν μπορέσαμε ποτέ να τα διαχωρίσουμε ξανά.

«Κάθε φορά που ακούω την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να μιλάει εκ μέρους μου, με κάνει να μην αισθάνομαι Ευρωπαία, ενώ είμαι» (φωτογραφία: Λήδα Κατσανούλη).

«Νιώθω πολύ Ευρωπαία. Θέλω να νιώθω κοντά στην Ελλάδα, ακόμα κι αν ζω μακριά. Θέλω να επιμένω στις ομοιότητες».

– Νιώθεις Ευρωπαία;

Νιώθω πολύ Ευρωπαία. Θέλω να νιώθω κοντά στην Ελλάδα, ακόμα κι αν ζω μακριά. Θέλω να επιμένω στις ομοιότητες. Αλλά ο τρόπος που λειτουργεί η Ευρώπη τώρα με ενοχλεί. Γιατί λειτουργούμε έτσι; Αλλά μετά σκέφτομαι, αν μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερα, θα το κάναμε. Και αυτό είναι λίγο τρομακτικό. Αλλά όταν σκέφτομαι τη Γιουγκοσλαβία, με κάνει να λυπάμαι, γιατί σε αυτήν την περίπτωση θα έλεγα: «Ας μείνουμε μαζί, ας επιμείνουμε στις ομοιότητες». Και αν έχει ήδη καταρρεύσει, τουλάχιστον ας μην έχουμε πόλεμο. Αλλά μοιάζει σαν να σπρώχνουν την Ευρώπη προς τον πόλεμο.

– Εννοείς το πρόσφατο νομοσχέδιο των 800 δισεκατομμυρίων για την άμυνα;

Μπορείς να το φανταστείς; Στο όνομά μας; Αυτό είναι που με κάνει να μη θέλω αυτήν την Ευρώπη. Τους γραφειοκράτες, τους ανθρώπους που αποφασίζουν αλλά δεν έχουν καμία επαφή με την κοινωνία. Κάθε φορά που ακούω την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να μιλάει εκ μέρους μου, με κάνει να μην αισθάνομαι Ευρωπαία, ενώ είμαι.

– Φαίνεται πως δεν είσαι έτοιμη να σταματήσεις να προσπαθείς να αλλάξεις τον κόσμο.

Όταν ήμουν στα είκοσί μου, σκεφτόμουν ότι τα 54 είναι το τέλος της ζωής. Αλλά νιώθω ότι τώρα ξεκινάω. Και αυτό είναι καλό. Είναι ένα εξαιρετικό μέρος για να μάθεις—σε πολλά επίπεδα—για τον κόσμο, για τη ζωή, για τον εαυτό σου, για το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, για πολλά πράγματα.

 

//Το Home Game είναι το τρίτο μέρος μιας τριλογίας που περιλαμβάνει τις ταινίες My friends και My own private war.

 

Διαβάστε ακόμα: Κυβέλη Ζωή. «Τι σημασία έχει το φύλο του καλλιτέχνη και με ποιον άνθρωπο θέλει να κοιμάται;».

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top