To Λεξικό

άδωνις (ο) 1. σύντροφος τηλεπαρουσιάστριας: δεν πίστευα ποτέ πως ο Ματέο θα μπορούσε να γίνει άδωνις μέχρι που τα έφτιαξε με τη Μενεγάκη ΣΥΝ. μπουμπούκος 2. ειδικός σε θέματα υγείας: αν σου πονάει πολύ το έντερο πάρε τηλέφωνο τον Δημήτρη, είναι άδωνις και θα σου πει τι να κάνεις ΣΥΝ. υπουργός υγείας 3. αυτός που έχει πολύ τσιριχτή φωνή: δεν αντέχω να ακούω την Ελευθερία Αρβανιτάκη να τραγουδάει, είναι άδωνις και πονάνε τ’ αυτιά μου 4. τηλεπωλητής: χθες το βράδυ κόλλησα στην τηλεόραση και έβλεπα για κανά δίωρο έναν άδωνι που πουλούσε σετ αποτρίχωσης ΣΥΝ. λιακόπουλος.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close