To Λεξικό

μπούκουρας (ο) 1. ευσυγκίνητος, κλαψιάρης: ο Ηλίας είναι τόσο μπούκουρας που δεν μπορεί να κάνει χωρίστρα στα μαλλιά του, γιατί οι χωρισμοί τον κάνουν και κλαίει 2. αυτός που εκλέγεται τυχαία βουλευτής φασιστικού κόμματος: «Τα 'μαθες για τον Τάκη;» «Όχι, τι έπαθε;» «Ο καημένος έγινε μπούκουρας. Γυρνάει ένα μεσημέρι από τη δουλειά, πάει στο μπάνιο, κοιτιέται στον καθρέφτη και τι να δει: είχε γίνει βουλευτής της Χρυσής Αυγής. 3. έκπληκτος, αυτός που πέφτει από τα σύννεφα: δηλαδή θέλεις να πεις πως επειδή θαυμάζω τον Χίτλερ, μισώ τους Εβραίους, μαχαιρώνω αλλοδαπούς και θέλω να κρεμάσω όσους έχουν άλλη άποψη από μένα είμαι ναζιστής και φασίστας; Πραγματικά μένω μπούκουρας.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close