To Λεξικό

δημόσιο (το) 1. χώρος που τον χρησιμοποιούν όλοι χωρίς να ανήκει σε κανέναν: τα σκουπίδια σου πέτα τα εδώ, που είναι δημόσιο ΣΥΝ. χωματερή 2. αποθήκη ψηφοφόρων: θα θέλαμε να σας βάλουμε στο δημόσιο, αλλά δυστυχώς δεν χωράει άλλους 3. αυτό που δεν αλλάζει: έχει το ίδιο χτένισμα από το ’80, το κεφάλι του είναι δημόσιο ΣΥΝ. σκόρπιονς 4. ιερά και όσια: ο κυρ-Φώτης άντεξε πολλά, με την ΕΡΤ όμως ένιωσε ότι αμφισβητούν το δημόσιό του.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close