To Λεξικό

διακοπές (οι) 1. περίοδος προγραμματισμένης ετήσιας ξεκούρασης, της οποίας η κούραση ξεπερνά αυτήν του υπόλοιπου έτους: ψόφησα στις διακοπές, δεν βλέπω την ώρα να γυρίσω στο γραφείο να ξεκουραστώ 2. αγωνιώδης προσπάθεια εύρεσης σεξουαλικού συντρόφου: μην σε παραξενεύει που του τρέχουν τα σάλια κάθε φορά που περνάει δίπλα του μια γυναίκα, ξεκίνησε τις διακοπές του  3. κοινωνικό πείραμα σκοπός του οποίου είναι να διαπιστωθεί ο μέγιστος αριθμός ανθρώπων που μπορεί ταυτόχρονα να βρίσκεται σε ένα νησί: λοιπόν, φέτος όλοι θα κάνουμε διακοπές στην Αντίπαρο 4. ανεπιθύμητες προσκλήσεις σε εξοχικά φίλων: κάθε φορά που ο Ηλίας με καλεί στο εξοχικό του στην Εύβοια συνειδητοποιώ ότι ξεκίνησαν οι διακοπές.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close