To Λεξικό

δωρεάν (ο/η/το) 1. αυτό που κοστίζει πολύ ακριβά αλλά το πληρώνεις όταν καταβάλεις τους φόρους και όχι όταν το χρησιμοποιείς: ο αγώνας της πανεπιστημιακής κοινότητας έχει σκοπό η παιδεία να παραμείνει δωρεάν ΣΥΝ δημόσιο 2. υπηρεσία που ο βασικός σκοπός της είναι να εξυπηρετεί όσους εργάζονται σε αυτήν: αν οι υπηρεσίες του δήμου δεν είναι δωρεάν δεν έχουν λόγο ύπαρξης ΣΥΝ δημόσιο 3. αυτό του οποίου το κόστος είναι πολύ μεγαλύτερο της αξίας του: έπεσα σε υδραυλικό δωρεάν: ήρθε μια εβδομάδα αφού του τηλεφώνησα, δούλεψε ένα πεντάλεπτο, πήρε 50 ευρώ και μετά από τρεις μέρες η βρύση έσταζε πάλι ΣΥΝ δημόσιο.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close