To Λεξικό

γιανναγγελοπούλου (η) 1. αντικατάσταση προσώπου με μάσκα: η λατρεία της Μαίρης για το αρχαίο ελληνικό δράμα ήταν τόσο μεγάλη που έκανε γιανναγγελοπούλου και τώρα δεν μπορεί να κουνήσει το στόμα της ΣΥΝ. ζωηλάσκαρη 2. σύζυγος πολυεκατομμυριούχου: πολύ της κολλάει της Άννας αυτός ο επιχειρηματίας, να δεις που σύντομα θα γίνει γιανναγγελοπούλου 3. αυτή που νομίζει πως συνομιλεί με χώρες: είναι τόσο γιανναγγελοπούλου, που τις προάλλες είπε πως η ίδια η Ελλάδα της ζήτησε να διεκδικήσει και να οργανώσει τους Ολυμπιακούς.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close