To Λεξικό

ιδεολογία (η) 1. πολιτική θρησκεία, πολιτική πίστη: ό,τι και να συμβαίνει γύρω του ο Γιάννης δεν θα αμφισβητήσει ποτέ την ιδεολογία του 2. προκάτ σκέψη, πνευματική ευκολία: δεν έχω ανάγκη από επιχειρήματα. Έχω ιδεολογία ΣΥΝ σουβλακοσκέψη, μπεργκερομυαλό 3. υποκατάστατο της θρησκείας: πιστεύω στο σοσιαλισμό / κομουνισμό / φιλελευθερισμό / ναζισμό κ.τ.λ. ΣΥΝ πιστομεθαδόνη 4. ελαφρυντικό εγκληματία: μπορεί ο Αδόλφος να έκανε ό,τι έκανε αλλά ήταν ιδεολόγος.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close