To Λεξικό

καύσωνας (ο) 1. τηλεοπτικό ρεπορτάζ πλούσιο σε κοντινά πλάνα γυναικείων οπισθίων: τα νούμερα του δελτίου ήταν πεσμένα και ο αρχισυντάκτης αποφάσισε να παίξουμε μερικούς καύσωνες 2. απόπειρα τρομοκράτησης ανθρώπων της τρίτης ηλικίας: καύσωνας η πολιτική της κυβέρνησης για τις συντάξεις ΣΥΝ ΕΟΠΥΥ 3. καιρικό φαινόμενο στο οποίο οφείλεται η δυσάρεστη οσμή του ανθρώπινου σώματος: ο Μηνάς έκανε μπάνιο για φέτος, αλλά παρ’ όλα αυτά μύριζε πολύ εξαιτίας του καύσωνα.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close