To Λεξικό

λιάπης (ο) 1. αυτός που αψηφά το νόμο, παράνομος: ο Τζέσε ο Τζέιμς ήταν από τους πιο διάσημους λιάπηδες τους Φαρ Ουέστ ΣΥΝ ρωχάμης 2. φαινομενικά φιλήσυχος και νομοταγής πολίτης με πλούσια εγκληματική δραστηριότητα: ο Μιχάλης είναι πιο λιάπης και από τον ήρωα του Breaking Bad ΣΥΝ heisenberg 3. πολύ φτωχός: είναι τόσο λιάπης που αναγκάστηκε να καταθέσει τις πινακίδες του αυτοκινήτου του και να κυκλοφορεί με πλαστές ΣΥΝ ψωμόλυσσας 4. ξάδερφος: αύριο έχουμε οικογενειακό τραπέζι, θα έρθουν οι θείοι μου με τους λιάπηδές μου 5. κωμικός ήρωας δραματικού έργου: σε όλα του τα δράματα ο Σαίξπηρ δημιουργεί και έναν λιάπη προκειμένου να αλαφρώνει λίγο τη βαριά ατμόσφαιρα.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close