To Λεξικό

λιντσάρισμα (το) 1. πολιτική πρόταση αρχηγού μικρομεσαίου λαϊκιστικού κόμματος: ο Καμμένος Πάνος πήγε για λιντσάρισμα και βγήκε λιντσαρισμένος 2. πόθος οργισμένων ψηφοφόρων χαμηλής πνευματικής απόδοσης: πάντα ψήφιζα ΠΑΣΟΚ, αλλά τώρα θα ψηφίσω Καμμένο και το λιντσάρισμά μου είναι να ξαναπάρω τα επιδόματα κατάποσης τροφής και χτενίσματος εφηβαίου που μου πήραν αυτοί που ξεπουλάνε την πατρίδα μου 3. αυτό που όταν το ζητάει ο Πάνος Καμμένος δεν είναι προτροπή σε εγκληματική πράξη: ακόμα κι αν ο Πάνος ζητούσε να αποκεφαλίσουν κάποιον αφού τον ανασκολοπίσουν, και πάλι θα ήταν λιντσάρισμα.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close