To Λεξικό

μπακαλιάρος (ο) 1. φράση υποκριτικής ή υπερβολικής ευαισθησίας στης οποίας το άκουσμα ή την ανάγνωση προκαλούνται στομαχικές διαταραχές: πιο μπακαλιάρος από τη φράση «όταν θέλεις πολύ κάτι όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις» δεν υπάρχει ΣΥΝ Πάολο Κοέλιο 2. φράση η οποία προσποιείται βάθος και τελειώνει με αποσιωπητικά: αφού κάθε status update σου είναι μπακαλιάρος, γραφ’ τον σωστά και βάλε και τρεις τελείες στο τέλος ΣΥΝ Πάολο Κοέλιο 3. πομπώδες και κούφιο κλισέ: κανένας σύγχρονος μπακαλιάρος δεν θα φτάσει το μεγαλείο του «απαγορεύεται το απαγορεύεται» ΣΥΝ Πάολο Κοέλιο

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close