To Λεξικό

πάγκαλος (ο) 1. μεγαλοστέλεχος κυβερνήσεων που μιλά σαν να μην κυβέρνησε ποτέ: πόσο πάγκαλος είναι ο Λοβέρδος 2. ψυχολογική διαταραχή της οποίας ο φορέας θέλει να είναι συνεχώς στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος: ο καημένος ο Θεόδωρος έχει πάγκαλο και συνεχώς ψάχνει να βρει τι να πει για να ασχοληθούν μαζί του ΣΥΝ. Lord Gaga 3. αυτός του οποίου η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα: κάποτε πίστεψε πως θα μπορούσε να γίνει μέχρι και πρωθυπουργός, αλλά δεν τα κατάφερε και από τότε είναι πάγκαλος ΣΥΝ. αβραμόπουλος, πανοσπαναγιωτόπουλος 4. καλοφαγάς: ο Κώστας ο Καραμανλής ήταν ο πιο πάγκαλος πρωθυπουργός που είχε ποτέ η Ελλάδα.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close