To Λεξικό

παπούλιας (ο) 1. διακοσμητικός: ο πρόεδρος της δημοκρατίας έχει ρόλο παπούλια ΣΥΝ γιρλάντα, σεμεδάκι 2. πονόψυχος δανειστής: ο Κάρολος είναι τόσο παπούλιας που δάνεισε στον Αντρέα λεφτά για το σπίτι του, παρότι ήξερε πως δεν θα τα έπαιρνε πίσω ΣΥΝ κατσιφάρας 3. απρόσμενη ανάδειξη σε υψηλό αξίωμα: ο ορισμός του Λιάτσου ως διευθυντή της ΕΡΤ ήταν τελείως παπούλιας ΣΥΝ σαρτζετάκης.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close