To Λεξικό

παστίτσιος (ο) 1. ιερή μορφή της ανορθοδοξίας και της σάτιρας: λίγες θρησκευτικές τελετές είναι τόσο συγκινητικές όσο η περιφορά του πληκτρολογίου του υπολογιστή του γέροντα Παστίτσιου ΣΥΝ μαϊπρίσιους (γέροντας) 2. απόδειξη της επιρροής του σύγχρονου ιρανικού πολιτισμού στην ελληνική δικαιοσύνη: υπάρχει μεγαλύτερος παστίτσιος από τις εικόνες του Χριστού πίσω από τους δικαστές; 3. θύμα του ελληνορθόδοξου ταλιμπανισμού: αν ο Πανούσης κέρδιζε ένα αυτοκίνητο κάθε φορά που ήθελαν να τον κάνουν παστίτσιο θα είχε ανοίξει μάντρα αυτοκινήτων.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close