To Λεξικό

πατριωτικός (ο, η) 1. αυτός που στερείται λογικών επιχειρημάτων και πρακτικών λύσεων: Λίγων τα λόγια είναι τόσο πατριωτικά όσο του Κώστα του Πρέκα ή της Ελένης της Λουκά ΣΥΝ σφακιανακικός 2. ανορθόγραφος: δεν φταίει ο Μανώλης που γράφει το «είναι» με έψιλον, ο καημένος είναι πατριωτικός ΣΥΝ εθνικιστικός 3. πομπώδης και κιτς: στην έπαυλη του Κωνσταντίνου ξεχώριζε το πατριωτικό σαλόνι με τα αρχαιοπρεπή αγάλματα και τους μαρμάρινους κίονες ΣΥΝ σπανουδακικός 4. αυτός που αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα: είναι τόσο πατριωτικός που πιστεύει πως ο λόγος που η γυναίκα του γέννησε μαύρο παιδί είναι οι πολλές ώρες ηλιοθεραπείας.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close