To Λεξικό

προβοκάτσια (η) 1. καλή δικαιολογία για τα πάντα: μωρό μου, αυτή τη Σούλα που με παίρνει στο τηλέφωνο δεν την ξέρω, σίγουρα είναι προβοκάτσια ΣΥΝ εβραϊκό λόμπι 2. συνωμοσία με στόχο την συκοφάντηση του αντιπάλου: είμαι σίγουρος πως η παγκόσμια οικονομική κρίση ήταν μια κομμουνιστική προβοκάτσια προκειμένου να διογκωθούν και να αναδειχθούν τα προβλήματα του καπιταλισμού ‒για να μη μιλήσω και για τους τσαγγάρηδες που τα τελευταία χρόνια οι δουλειές τους έχουν χτυπήσει ταβάνι..., και ο νοών νοείτω 3. οτιδήποτε μπορεί να λειτουργήσει ως αποπροσανατολισμός: όποιος έχει μυαλό καταλαβαίνει πως η κατάκτηση του Γιούρο το 2004 ήταν μια καλοστημένη προβοκάτσια των Πορτογάλων, των Ρώσων, των Τσέχων, των Γάλλων και της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Β’ του Εργασιομανή, προκειμένου να αποπροσανατολιστεί ο ελληνικός λαός από τα πραγματικά του προβλήματα ΣΥΝ τα πάντα.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top