To Λεξικό

στουρνάρας (ο) 1. αυτός που προσπαθεί ανεπιτυχώς να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα: θα τον έστελνα στο στάβλο να ταΐσει τα γαϊδούρια, αλλά είναι τόσο στουρνάρας που προτιμώ να το κάνω μόνος μου 2. άχρωμος, άοσμος και άγευστος: ρε συ Κούλα, αυτό δεν είναι φαΐ, είναι στουρνάρας 3. αυτός που δεν έχει εκλεγεί, εξωκοινοβουλευτικός: στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσω κάποιο μικρό κόμμα της στουρνάρας αριστεράς 4. αυτός που κουρεύεται καρφάκια: είναι τόσο στουρνάρας, που όταν πάει να κουρευτεί έχει πάντα μαζί του μια φωτογραφία του Σβαρτζενέγκερ ΣΥΝ φίντο ντίντο.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close