To Λεξικό

χρυσαυγίτης (ο) 1. δολοφόνος: αμέσως μετά τη σύλληψή του ομολόγησε πως ήταν κατά συρροή χρυσαυγίτης 2. μπράβος: και τότε στις κερκίδες εμφανίστηκε ο πρόεδρος συνοδευόμενος από τους χρυσαυγίτες του 3. αγανακτισμένος Έλληνας ο οποίος, ενώ δηλώνει πως δεν είναι φασίστας, επιλέγει να διαμαρτυρηθεί στηρίζοντας και ψηφίζοντας ένα φασιστικό κόμμα: χτες το βράδυ ήπια τόσο πολύ, που νόμιζα πως υπάρχουν χρυσαυγίτες που είναι ψυχικά ισορροπημένοι 4. αυτός που τέλειωσε με το ζόρι το δημοτικό: ήμε χρυσαβγήτης και πάνο από ώλα βάζο την Ελάδα και θαίλω να φίγουν ώλοι οι ξαίνοι 5. προγλωσσικός: αν θέλεις να βοηθήσεις έναν χρυσαυγίτη καν’ του δώρο το αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού 6. αυτός που πάσχει από ψυχική ή πνευματική διαταραχή: ο Μάκης φαινόταν μια χαρά παιδί, όταν όμως τον είδαμε να προσπαθεί να βάλει τις κάλτσες πάνω από τα παπούτσια καταλάβαμε πως είναι χρυσαυγίτης.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top