To Λεξικό

ζαρούλια (η) 1. κλιμακτήριος: η Μαρία περνάει ζαρούλια και δεν μπορεί να συγκρατήσει τα νεύρα της 2. στέλεχος οικογενειακής επιχείρησης: όλοι στην οικογένεια είμαστε ζαρούλιες και δουλεύουμε στη χασαποταβέρνα μας 3. γυναίκα χαμηλής υποστάθμης: όταν την είδα να φτύνει και την άκουσα να βρίζει σαν νταλικέρης με σύνδρομο τουρέτ, συνειδητοποίησα πόσο ζαρούλια είναι.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close