To Λεξικό

διάγγελμα (το) 1. βαρετός μονόλογος που σκοπό έχει να ανυψώσει το ηθικό, αγνοώντας την πραγματικότητα: Ο Σταύρος είναι βαριά άρρωστος και χρειάζεται ένα διάγγελμα 2. το χοντρό ψέμα: ο Αντώνης κερατώνει την Νίκη συστηματικά, αλλά εκείνη δεν έχει πάρει χαμπάρι, γιατί την έχει ταράξει στα διαγγέλματα.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close