To Λεξικό

ελπίζω ρ. 1. Δυστυχώ, αναμένοντας κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί: καμιά φορά φαντάζομαι ότι θα μου πεις πως με θέλεις και ελπίζω 2. λέω ψέματα στον εαυτό μου: θα ήθελα να πω ότι η χώρα θα βγει σύντομα από την κρίση, αλλά δεν θέλω να ελπίζω 3. κακή συνήθεια που δεν μπορώ να εγκαταλείψω: όσο ζω ελπίζω.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close