To Λεξικό

ζίζεκ (ο) 1. φιγουρατζής μπουρδολόγος: είσαι τόσο ζίζεκ, που δεν αντέχω να σε ακούω να μιλάς ΣΥΝ. βέλτσος 2. επιθυμία μεταμφιεσμένη σε αστείο: όταν της είπα, δήθεν αστειευόμενος, πως θέλω και τη φίλη της, δεν κατάλαβε πως έκανα ζίζεκ και γέλασε 3. ψευδός: ακόμα και κάτι σοβαρό να πει, είναι τόσο ζίζεκ που με πιάνουν τα γέλια ΣΥΝ. ντάφυ ντακ

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close