To Λεξικό

οπλοφορώ ρ. 1. βρίσκω υποκατάστατο πέους: η Ελένη θα ήθελε να είναι άντρας και γι αυτό οπλοφορεί  2. ενεργώ πιστεύοντας πως ξεπερνώ αξεπέραστα μειονεκτήματα: το πέος του Ηλία είναι τόσο μικρό που είναι αναγκασμένος να οπλοφορεί  3. ικανοποιώ παιδική επιθυμία, αξιοποιώντας βουλευτικό δικαίωμα: από μικρός μου άρεσαν τα γουέστερν και τώρα που είμαι βουλευτής μπορώ επιτέλους να οπλοφορώ.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top