To Λεξικό

αγιασμός (ο) 1. σχολικό δρώμενο κατά τη διάρκεια του οποίου μαθητές διασκεδάζουν προσπαθώντας να αποφύγουν τις σταγόνες νερού που πετάγονται από ένα ματσάκι βασιλικό που κρατάει ορθόδοξος ιερέας: χαμός έγινε στον αγιασμό, είχαμε να σπρωχτούμε τόσο από το live των Prodigy ΣΥΝ. μπουγελομικρούλι 2. τελετή που σκοπό έχει να αναδείξει τα πολιτιστικά δεσμά που ενώνουν την Ελλάδα με το Ιράν και άλλες θεοκρατικές χώρες: μου αρέσει πολύ ο αγιασμός, αλλά όχι τόσο όσο ο απαγχονισμός των βλάσφημων.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close