To Λεξικό

εκλογές (οι) 1. υποχρεωτικό δικαίωμα: είσαι η σύζυγός μου, το να κάνεις σεξ μαζί μου είναι εκλογές σου 2. δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε χαμηλής ποιότητος προϊόντα: ο μανάβης μού έδωσε πάλι εκλογές, όλα του τα φρούτα ήταν σάπια 3. διαδικασία με την οποία οι κάτοικοι μιας χώρας επιλέγουν τα πρόσωπα τα οποία θα βρίζουν για τα επόμενα τέσσερα χρόνια χάριν εκτόνωσης: κουράστηκα να μουντζώνω τους ίδιους, πρέπει να γίνουν εκλογές.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close