To Λεξικό

λαός (ο) 1.ανομοιογενές σύνολο ατόμων με αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, που κατοικεί στην ίδια γεωγραφική περιοχή και το οποίο, από άγνοια ή ιδιοτέλεια, θεωρείται ομοιογενές: θα προχωρήσουμε στις μεταρρυθμίσεις που απαιτεί ο ελληνικός λαός 2.εκλογικό σώμα υπό την επήρεια αλκοόλ: μην ξεχνάς πως και τον Χαϊκάλη τον ψήφισε ο λαός ΣΥΝ. σοφός 3.οντότητα η επίκληση της οποίας δικαιολογεί τα πάντα: στο όνομα του λαού θα τιμωρήσουμε όποιον έχει διαφορετική άποψη ΣΥΝ. θεός.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close