To Λεξικό

πάπας (ο) 1. ηλικιωμένος κύριος τον οποίον πιάνουν από τα γεννητικά όργανα οι επιτυχημένοι: ο Λάκης πήρε προαγωγή και νομίζει πως έχει πιάσει τον πάπα από τ’ αρχ.... 2. αυτός που δεν κάνει ποτέ λάθος: πόσο πάπας είναι ο Ευάγγελος ο Βενιζέλος; 3. κομψός λευκοντυμένος: αχ τι ωραία που ήταν η Μαρία στο γάμο της, σκέτος πάπας 4. αυτός που στέκεται στο παράθυρο του Βατικανού δίπλα σε διασημότητες: ποιος είναι αυτός δίπλα στον Τσακ Νόρις; Μήπως είναι ο πάπας;

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top