To Λεξικό

σφακιανάκης (ο) 1. απόγονος εξωγήινων: νομίζει πως είναι σφακιανάκης και λέει ότι οι πρόγονοί του ήρθαν στη Γη με ένα τεράστιο διαστημόπλοιο ΣΥΝ ούφο 2. λαϊκό είδωλο σε παράκρουση: το φόρεμα της Άντζελας λεκιάστηκε λίγο πριν βγει στη σκηνή και έγινε έξαλλη, δεν την έχω ξαναδεί τόσο σφακιανάκη 3. καλόγουστος: αν δεις τους αρχαιοελληνικούς κίονες στο σπίτι του θα καταλάβεις πόσο σφακιανάκης είναι.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close