
«γελούσα μετά θυμόμουν/ πόσο πολύ με έτρεμες/ τότε απέραντη που ήμουν». (Dorothea Sharp, «Girl and Seagulls»).
Κική Δημουλά, «Άμπωτις»
Ω αναφαίρετη από μέσα μου
θάλασσα
δε με ξαφνιάζει πια
κανένα γνωστό που σαν άγνωστο μοιάζει
είδα
την τρέλα να πεθαίνει λογικά
την απότομη, την πιο επικίνδυνη στροφή
να τη συνθλίβει σα γατί
μια ευθεία
σώματα εκτενή πιο ωραία
κι από τη χίμαιρα
να μικραίνουν
πιο λυπημένα κι απ’ τη στιγμή είδα
από την πρώτη σειρά
να ’χουμε σπρωχτεί στην τελευταία
δε βλέπαμε τίποτα
καθότανε μπροστά μας
εκείνη η νταρντάνα η αλλαγή
φέτος το καλοκαίρι
είδα και σένα θάλασσα
με την αλλαγή παρέα
κι όταν άπλωσα
να σε αγκαλιάσω με λαχτάρα
όπως πάντα
μα τώρα, αδύναμη και φοβισμένη
γιατί το ένιωθα
πως είχε αλλάξει στάθμη κι ο βυθός μου
κοντά μου στον αφρό είχε ανέβει
όρμησες θάλασσα
με τα δυο σου κύματα να με πνίξεις
γελούσα μετά θυμόμουν
πόσο πολύ με έτρεμες
τότε απέραντη που ήμουν
μη με σφίγγεις τόσο θα με πνίξεις
φώναζες, με παρακαλούσες
δε σε παρεξηγώ, θάλασσα
νόμος
αν δε θυσιαστεί η αδυναμία
δε δοξάζεται η υπεροχή.
(Από τη συλλογή «Τα εύρετρα», εκδ. Ίκαρος, 2010).
Στην επόμενη σελίδα: «Η θάλασσα που μ’ επισκέφτεται τώρα».




