
«Σκέφτομαι το όνειρο με την ασπρουδερή θάλασσα». (Nicola Simbari, «White Beach»).
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Πρώτα στο όνειρο αλλάζει το τοπίο»
Ύστερα από χρόνια βγήκα στη θάλασσα.
Άφησα πίσω μου το σπίτι
που μες στο ίδιο πάντα όνειρο
πότε έμοιαζε με υγρό λαβύρινθο
και πότε με εξέδρα φανταχτερής γιορτής
όπου χίλια πρόσωπα στριμώχνονται της μοίρας μου.
Η θάλασσα που μ’ επισκέφτεται τώρα
κάτω από τα βλέφαρά μου
είναι ένας θυμωμένος αφρός μ’ άστοργα πεταγμένες
πάνω του λίγες φούχτες λουλάκι.
Στάλες φορτωμένες αλάτι
ταραγμένες κινούνται μπρος πίσω,
το φως κάνει αβέβαιους βηματισμούς κι εκείνο·
κανείς δεν επικαλείται τη νύχτα.
Εγώ μένω ακίνητη. Χρόνια ολόκληρα
ξέρω πως αυτό το πράγμα πλησιάζει. (Ποιο;)
Χρόνια ολόκληρα κάνω σαν να μην καταλαβαίνω
κι είναι μια απάτη που από δαύτη εξαρτάται
η ζωή μου.
Πότε πότε μια παράξενη χαρά·
σαν να ’χα δώσει για φιλανθρωπικό σκοπό
και τα τελευταία μου λεφτά.
Ανεξέλεγκτα πια όλα τα περάσματα
απ’ τη λύπη στη μέθη. Αφρούρητα.
Καμιά μου πράξη δε σπρώχνει τα πράγματα
ούτε κατά δω ούτε κατά κει.
Ποτέ δεν ήθελα να λέω ψέματα,
όμως είναι δύσκολο να μην πεις ψέματα στο άδειο.
Κοιτάς έξω από το παράθυρο
και κάτι στο δρόμο σού θυμίζει πως αγαπάς φριχτά
ή και πως κανένας δε σου λείπει.
Συγκινούμαι αλλιώς με τους ανθρώπους τώρα·
σαν πακέτα τους βλέπω που κάποιος άφησε
σε κυλιόμενη ταινία.
Δεν ήρθε ποτέ να τα μαζέψει,
η ταινία δε σταματάει ποτέ.
Άλλο από τη ζωή, τι μπορεί να σε κρατάει;
Σκέφτομαι το όνειρο με την ασπρουδερή θάλασσα
κι είναι σαν να προσπαθώ να θυμηθώ
το πρόσωπο τής πεθαμένης από χρόνια μάνας μου
ή το βλέμμα του αγαπημένου ζώου που χάθηκε ξαφνικά
μες στο χειμώνα.
Θαυμάζω όσους μιλούν ακόμα
κι αυτούς που σωπαίνουν περισσότερο.
Εγώ δεν κατόρθωσα ούτε το ένα ούτε το άλλο
(Από τη συλλογή «Άδεια φύση», εκδ. Κέδρος, 1993. Περιλαμβάνεται και στη συγκεντρωτική έκδοση «Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ποιήματα 1986-1996», εκδ. Καστανιώτη, 1999.)
Στην επόμενη σελίδα: «στης θάλασσας την άκρη».




