40 χρόνια G-wagen: πώς η Mercedes-Benz ανακάλυψε το G-spot της αυτοκίνησης

Μπορώ να σκεφτώ τέσσερα(*) μόνο αυτοκίνητα που συνεχίζουν να κατασκευάζονται όπως (περίπου) ήταν όταν ξεκίνησαν να παράγονται. Ένα απ’ αυτά κλείνει φέτος τα 40 του χρόνια. Γράφει ο Βασίλης Χαρίτος.

 

Η Mercedes-Benz G-Class (το γένος Geländewagen) έκλεισε φέτος τα 40 της χρόνια. Alles Gute! (photo Mercedes-Benz).

Το 1973, η Daimler-Benz και η αυστριακή Steyr-Daimler-Puch (πλέον Magna Steyr), η οποία ειδικευόταν στην κατασκευή στρατιωτικών οχημάτων, όπως το θηριώδες 6×6 Pinzgauer, συμφώνησαν να εξελίξουν από κοινού ένα αυτοκίνητο εκτός δρόμου, αλλά και για ιδιωτική χρήση. Η μεν πρώτη θα αναλάμβανε τον σχεδιασμό, τα μηχανικά μέρη και το marketing, ενώ η δεύτερη την παραγωγή.

Ενόψει δε και της διαφαινόμενης τότε επιτυχίας της πρώτης, ανόθευτης, γενιάς Range Rover, που είχε παρουσιάσει η British Leyland το 1970, σκέφτηκαν στη Στουτγάρδη “Ve can alzo do zat” και προχώρησαν στον σχεδιασμό του μοντέλου με κωδικό W460 (W461 για στρατιωτική χρήση). Ωστόσο, ουδείς μπορούσε να διαβεβαιώσει πως η εκτός Μ. Βρετανίας, μη σφύζουσα ευκατάστατων γαιοκτημόνων, αγορά θα ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο και πως το project θα πετύχαινε.

Η Daimler-Benz, προς τιμήν της, παρέμεινε πιστή στο αρχικό concept, δοκιμάζοντας και εξελίσσοντας επί πέντε χρόνια το Geländewagen (από το Gelände=έδαφος, ήτοι αυτοκίνητο για [κάθε] έδαφος), σε συνθήκες, από τον Αρκτικό Κύκλο ως τη Σαχάρα. Συνθήκες, πρωτόγνωρες για τα δεδομένα της εποχής, που θα έκαναν άλλα αυτοκίνητα να τρέξουν τρομαγμένα να κρυφτούν κλαίγοντας κάτω από τις ποδιές των μανάδων τους.

Το δωρικά απλό, εύληπτο εσωτερικό (με ευδιάκριτο πυροσβεστήρα και φαρμακείο για όταν τα πράγματα ζόριζαν στον Μέλανα Δρυμό) ήταν αναμενόμενο να εξελιχθεί στο συβαριτικό σαλόνι που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες Mercedes-Benz. Δείτε την εξέλιξη στα τιμόνια. (photo Mercedes-Benz).

Με αποτέλεσμα, ένα αυτοκίνητο «ελβετικός σουγιάς» (αυστριακός, έστω), ένα Range Rover με γερμανική προφορά, που κατασκευάστηκε (και συνεχίζει να κατασκευάζεται οπτικά παρόμοιο) στο Graz, να παρουσιαστεί στο κοινό το 1979, ξεκινώντας έτσι μια ιστορία εντελώς γραμμικού, αλλά τίμιου και χρηστικού design 40 ετών. Και μια επιτυχημένη εμπορική πορεία την οποία η Daimler όχι μόνο δεν σκοπεύει να ανακόψει, αλλά τονώνει με συνεχείς εξελίξεις του μοντέλου.

Είναι δε ενδιαφέρον, και χαρακτηριστικό της μετέπειτα πορείας του G-wagen, πως, από τα 20.000(!) κομμάτια τα οποία, με την έναρξη της παραγωγής, είχε παραγγείλει ο Σάχης της Περσίας, εκ των κυρίων μετόχων τότε, λέγεται, της εταιρείας (παραγγελία που ακυρώθηκε με την ανατροπή του, τον Φεβρουάριο του ’79, αφού με τους μουλάδες και τη θεοκρατία δεν μπορούσαν να τα βάλουν ούτε οι Γερμανοί), κάποια κατέληξαν στη γερμανική αστυνομία και άλλα στους στρατούς της Ελβετίας, της Νορβηγίας και της Αργεντινής. Προδικάζοντας όμως το μέλλον, τα «πολιτικά» G-wagen που πουλήθηκαν ήταν (και συνεχίζουν βέβαια να είναι) πολύ περισσότερα από τα στρατιωτικά.

Από το μετρημένα σοβαρό (μια κλασική 280 GE) στο wtf γελοίο (τη Mercedes-Maybach G 650 Landaulet του 2017 που ευτυχώς κατασκευάστηκε σε 99 μόνο κομμάτια). (photo Mercedes-Benz).

Σχεδόν εξίσου ενδιαφέρον είναι και το ότι, ανάλογα με τη χώρα, το G-wagen, μέχρι το 2000 που άρχισε να διατίθεται παντού ως Mercedes-Benz, οπότε και έπαψε να λέγεται Geländewagen/G-wagen και, εν αρμονία με την υπόλοιπη γκάμα της μάρκας, έγινε G-Class, έφερε είτε το σήμα της Puch (στην Αυστρία, την Ελβετία και τις τότε κομμουνιστικές χώρες) είτε το τριάκτινο αστέρι της Mercedes-Benz.

Το 3θυρο πάντως αμάξωμα συναρμολογείται, για στρατιωτική χρήση, σε διάφορες χώρες. Όπως, για παράδειγμα, στην Ελλάδα, από την ΕΛΒΟ (πρώην Στάγιερ Ελλάς), για τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων, σε έκδοση CKD (Completely Knocked Down, φτηνή σε κόστος παραγωγής και απογυμνωμένη από κάθε τι περιττό, δηλαδή), αντικαθιστώντας τα γερασμένα M151 της Jeep.

Πέρυσι στο Detroit, ο τότε πρόεδρος Zetsche αποκάλυψε μια “Stronger Than Time” 280 GE, κλεισμένη, σαν έντομο πριν εκατομμύρια χρόνια, σε κεχριμπάρι. Στρατιωτικό G-wagen by ΕΛΒΟ. Η εταιρεία προμηθεύει “Popemobiles” από το 1930 – το SCV στην πινακίδα σημαίνει Status Civitatis Vaticanae. (photo Mercedes-Benz, ΕΛΒΟ).

Μια αρχική γκάμα δοκιμασμένων «αλεξίσφαιρων» κινητήρων (ένας 4κύλινδρος βενζινοκινητήρας 2.3 με 102 άλογα για το 230 G και ένας επίσης 4κύλινδρος diesel με 72 για το 240 GD) για 3θυρα (κλειστά και ανοιχτά) και 5θυρα αμαξώματα συμπλήρωναν εντυπωσιακές ικανότητες εκτός δρόμου και διασφάλιζαν (οριακά) πως τα πρώτα G-wagen τουλάχιστον δεν μπλέκονταν στα πόδια των υπολοίπων χρηστών των autobahn – εντάξει, όχι το diesel.

Μετά από δυο προσπάθειες στο Paris-Dakar τα δυο προηγούμενα χρόνια, μια 280 GE, με πλήρωμα τον πολύπειρο Βέλγο πιλότο Jacky Ickx και τον Γάλλο ηθοποιό Claude Brasseur, νίκησε στον αγώνα του 1983. (photo silodrome).

Στο μεταξύ, το αυτοκίνητο συνέχισε να εξελίσσεται. Εφοδιάστηκε, μεταξύ 1981 και 1989, με ισχυρότερους κινητήρες, αυτόματ κιβώτιο, a/c, ηλεκτρικά παράθυρα, καθίσματα από άλλες Mercedes-Benz και με το απαραίτητο, ειδικά για τέτοιο αυτοκίνητο, ABS. Ενώ, στα χρόνια που ακολούθησαν, ένας ολοένα αυξανόμενος έξτρα εξοπλισμός, άνεσης κυρίως, προμήνυε την κατεύθυνση (και την «τιμολογιακή πολιτική») που θα ακολουθούσε η εταιρεία με τη G-Class.

Τίποτε δεν φαινόταν ικανό να σταματήσει –είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά – την πορεία της G-Class. Το μοντέλο συνεχώς εξελισσόταν. To 1990, η σειρά με κωδικό W463 εξοπλίστηκε, για πρώτη φορά, με 5λιτρο κινητήρα V8, μόνιμη τετρακίνηση και ηλεκτρονικά διαφορικά. Με (προσδοκώμενο) αποτέλεσμα να αρχίσει σταδιακά να απευθύνεται σ’ ένα, ας πούμε, διαφορετικό –και πολύ πιο ευκατάστατο– target group από εκείνο στο οποίο απέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός του εργαλείου G-wagen.

Αν και ορισμένα στοιχεία (π.χ. οι εξωτερικές χειρολαβές, το κάλυμμα της ρεζέρβας κ.ά.) αποτίουν φόρο τιμής στο G-wagen του ’79, η G-Class του 2019 είναι εντελώς διαφορετική. Και όσο περισσότερο την παρατηρείς, τόσο περισσότερο βλέπεις πόσο έχει αλλάξει. (photo Mercedes-Benz).

Ειδικά όταν την έβαλε στο χέρι η AMG. Η εταιρεία των κ. Aufrecht και Melcher από το Grossaspach (εξ ου και AMG), που πλέον ανήκει στη Daimler, είχε, και συνεχίζει να έχει, παράδοση στο να δημιουργεί γρήγορους τσιμεντόλιθους (όπως εκείνη η αγωνιστική κόκκινη 300 SEL 6.8 “Rote Sau”=Κόκκινη Γουρούνα του ’70). Οπότε, το να μάθει η AMG τη G-Class χορό θα ήταν piece of cake, ή όπως διάολο λένε στα γερμανικά το πανεύκολο, σωστά;

Μμμ… Όχι και τόσο. Γιατί αυτό που τελικά κατάφερε η AMG ήταν να κάνει αυτή τη «γουρούνα» αγριογούρουνο. Η C 55 AMG του 2005, με τον υπερτροφοδοτούμενο 5.4 V8 με τα 469 άλογα, εκσφενδόνιζε τη G-Class μπροστά σαν από καταπέλτη. Μέχρι την πρώτη στροφή, όπου το τιμόνι (και το μπότζι) από μαούνα ανάγκαζε οποιονδήποτε διέθετε περισσότερη φαιά ουσία από λευκή σκόνη μεταξύ των αυτιών του να ανακρούσει πρύμναν.

Αυτά μετριάστηκαν κατά τι όταν λανσαρίστηκε, το 2018, η ανανεωμένη (και μεγαλωμένη προς κάθε κατεύθυνση) δεύτερη γενιά W463, στην κορυφή της γκάμας της οποίας βρίσκεται η C 63 AMG που, παρά το «63», κινείται από έναν 4λιτρο βενζινοκινητήρα V8 με 577 άλογα και 9άρι αυτόματο κιβώτιο. Και η οποία εξοπλίζεται βέβαια με ό,τι μπορούσαν να σκαρφιστούν στη Στουτγάρδη από συστήματα ενεργητικής και παθητικής ασφαλείας.

Για τα 40ά γενέθλια του Geländewagen, λειτουργεί, μέχρι τις 19 Απριλίου 2020 στο μουσείο της Mercedes-Benz στη Στουτγάρδη, η έκθεση G-Schichten (σε ελεύθερη απόδοση Ιστορίες της G), με τις αντιπροσωπευτικότερες εκδόσεις του συμβολικότερου μοντέλου της μάρκας. (photo Mercedes-Benz).

Χαρακτηριστικό πάντως του «σωματότυπου» των αγοραστών του αειθαλούς μοντέλου, ειδικά εκείνων των εκδόσεων AMG, είναι ότι αν τύχει ποτέ να δεις G-Class βρόμικη, είναι από καλοκαιρινή λασποβροχή παρά από χειμωνιάτικη λάσπη. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως το σημερινό G-wagen δεν είναι όσο ικανό εκτός δρόμου όσο εκείνο του ’79. Αν μάλιστα του βάλεις και τίποτε τρακτερωτά λάστιχα, παίρνεις πού και πού και τα βουνά και το αφήνεις και λασπωμένο, πού ξέρεις; μπορεί και ν’ ανέβεις στα μάτια των hoi polloi.

Βρίσκω, παρ’ όλα αυτά, όμορφο το ότι μέσα στις σημερινές G-Class χτυπάει η καρδιά του πρώτου G-wagen. Και επίσης που το σημερινό Geländewagen δεν είναι ένα ακόμη μεγάλο, ακριβό SUV, αλλά ένας αποδεκτός, βιώσιμος αναχρονισμός. Ένα αυτοκίνητο με χαρακτήρα. Όσο κι αν, και εδώ, όπως και στα supercars, ο κάτοχος είναι αυτός που χαρακτηρίζει το αυτοκίνητο και όχι το αντίστροφο.

(*) Τα άλλα τρία που μπορώ να σκεφτώ είναι το Morgan 4/4, το Caterham 7/Lotus Seven και το Lada Niva.

 

Διαβάστε ακόμα: BMW X7 – διότι ναι, το μέγεθος συνεχίζει να μετράει.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top