
Ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας λίγο πριν τα χρόνια εγκλεισμού στο Δρομοκαΐτειο (αριστερά) και στα τελευταία χρόνια της ζωής του και παρουσίας του στο ψυχιατρείο (δεξιά).
Ρώμος Φιλύρας. Ακούγοντας το όνομα, το μυαλό ανοίγει, η προσοχή επικεντρώνεται σε αυτό και είναι σε πλήρη επαγρύπνηση. Ο Ρώμος Φιλύρας είναι από τις περιπτώσεις λογοτεχνών που η επιλογή του ψευδωνύμου ήταν ίσως πιο σημαντική κι από το ίδιο του το ποιητικό έργο για να διατηρηθεί στη μνήμη. Όχι γιατί ήταν κανένας τιποτένιος ποιητής. Αλλά γιατί η ζωή του ολοκληρώθηκε σε ηλικία 54 ετών, από τα οποία πέρασε τα 15 στο Δρομοκαΐτειο και οτιδήποτε έγραφε εκείνη την εποχή, το λοιδωρούσαν, ιδίως ο τύπος, που τον αποκαλούσε τρελό.
Ο Φιλύρας ήταν το γιν του Κώστα Καρυωτάκη που ήταν το γιανγκ. Πολύ κοινή διαδρομή, κοντινά βιώματα, μόνο που ενώ ο Καρυωτάκης ζούσε μες στην απογοήτευση και τη θλίψη, ο Φιλύρας απολάμβανε τη ζωή, ήταν κοσμικός, δεν απέρριπτε τη διασκέδαση. Λέγεται μάλιστα πως ήταν μια επίσκεψη του Καρυωτάκη στον Φιλύρα στο ψυχιατρείο το 1927 εκείνη που ενίσχυσε την ανάγκη του πρώτου να δώσει τέλος στη ζωή του. Ο Φιλύρας έπασχε από σύφιλη και σε εκείνο το διάστημα είχε αρχίσει να επηρεάζεται αρκετά το μυαλό του. Ο Καρυωτάκης είχε θορυβηθεί τόσο που, επειδή είχε κι αυτός σύφιλη, αποφάσισε πως δε θέλει να έχει την ίδια μοίρα.
Γεννημένος στο Κιάτο Κορινθίας ή το Δερβένι, ο Ρώμος Φιλύρας ξεκίνησε τη ζωή του ως Ιωάννης Οικονομόπουλος, γιος του Βασίλειου Οικονομόπουλου και της Ασπασίας Σαρηγιάννη. Ο εκπαιδευτικός μπαμπάς του και ένας θείος του του εμφύσησαν την αγάπη για τα γράμματα και από ηλικία μόλις 7 ετών ο Ιωάννης άρχισε να γράφει. Ο ίδιος θα έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου πως μια πέτρα φταίει για την πετριά του. Έγραφε από νωρίς ποιήματα και μόλις έγινε 14 ετών, άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και να δημοσιεύει βιβλιοκριτικές, χρονογραφήματα, πεζά κείμενα και ποιήματα.
Ο ίδιος μάς πληροφορεί ότι το πρώτο του ποίημα το έγραψε σε ηλικία οκτώ χρονών κι ότι έργα του πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό «Χαρά», που έβγαινε το 1897 στο χωριό Ψάρι του Δήμου Στυμφαλίας, κι αργότερα στη «Διάπλαση των Παίδων».
Ήταν τότε που όλη η οικογένεια είχε έρθει στον Πειραιά και ο Ιωάννης έστελνε ποιήματά του στο περιοδικό Νουμάς, όπου επέλεξε να γράφει με το ψευδώνυμο Ρώμος Φιλύρας. Από τότε, δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο Ιωάννης Οικονομόπουλος. Πέραν μιας συγκεκριμένης στιγμής.
Τα παράδοξα της ζωής του
Στους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Φιλύρας υπηρέτησε στο 7ο Σύνταγμα Πεζικού κι έλαβε μέρος στις μάχες της Μακεδονίας και της Ηπείρου, με αποτέλεσμα να πάθει κρυοπαγήματα και να χάσει δύο δάχτυλα στο πόδι του. Βρέθηκε στο νοσοκομείο και για να περάσει ο χρόνος του λέγεται πως τηλεφώνησε στις εφημερίδες που συνεργαζόταν ως Ιωάννης Οικονομόπουλος για να τους ανακοινώσει πως ο Ρώμος Φιλύρας είχε αυτοκτονήσει. Μια άλλη εκδοχή θέλει έναν συνονόματο στρατιώτη να είχε αυτοκτονήσει και όταν ο Ρώμος είδε στις εφημερίδες να αναφέρουν πως ήταν αυτός που είχε αυτοκτονήσει, δεν θέλησε να το διορθώσει άμεσα, αλλά έπαιξε το παιχνίδι του. Απόλαυσε τον θρήνο για τον θάνατό του και όταν πήρε εξιτήριο, έβαλε τα καλά του και πήγε στις εφημερίδες να παρουσιαστεί ως Αναστημένος.
Στην αρχή του Ά Παγκοσμίου Πολέμου, διορίζεται ανθυπολοχαγός αρχειοφύλαξ και κατόπιν στρατιωτικός γραφεύς Β’ τάξεως με το βαθμό του υπολοχαγού, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να δημοσιογραφεί. Πλέον, όχι γράφοντας ποιήματα, αλλά ως αστυνομικός ρεπόρτερ, έχοντας στήλη στην εφημερίδα Νέα Ημέρα. Εκεί έγραφε για οτιδήποτε αφορούσε το έγκλημα, αλλά καθότι ήταν και bon viveur, συχνά δεν προλάβαινε να κάνει ρεπορτάζ, οπότε τηλεφωνούσε σε συναδέλφους για να του κάνουν ένα γρήγορο briefing.
Στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της σύφιλης. Ο Φιλύρας αρεσκόταν στον ποδόγυρο, τριγύριζε το γυναικείο φύλο και δεν έχανε ευκαιρία να πηγαίνει στο ξενοδοχείο Ακταίον στο Φάληρο (δείτε εδώ) όπου γνώριζε αρκετό κόσμο, συζητούσε με γυναίκες και τις συναναστρεφόταν και εκτός του ξενοδοχείου. Κι όπως συμβαίνει με όλους, αυτές που κοιμόντουσαν μαζί του δεν του έκαναν κλικ, τις θεωρούσε συνηθισμένες, ενώ αυτές που τις κυνηγούσε για καιρό, εγγράφονταν μέσα του ως οπτασίες. Αυτές ενέπνεαν αυτή την εφηβική ερωτική του διέγερση που δεν ωρίμασε ποτέ.
Η σίφυλη ήταν η αρχή του τέλους του. Όχι της ζωής του, που κι αυτή θα τελειώσει πρόωρα, μα αρκετά χρόνια μετά (το 1942), αλλά της κοινωνικής του ζωής, της παρουσίας του στα εγκόσμια. Φυσικά, πάντα ένα τέλος σηματοδοτεί και μια νέα αρχή και αυτή η αρχή θα γίνει μέσα στο Δρομοκαΐτειο, όταν θα μπει το 1927 και θα γράψει τα καλύτερά του ποιήματα. Πρώτα, το 1924, τον έχουν διαγράψει από τα στελέχη των στρατιωτικών υπαλλήλων ως πάσχοντα εξ ανιάτου νοσήματος και έχει χάσει τον τίτλο του ανθυπολοχαγού.
Είναι χαρακτηριστικά του πώς είχε αρχίσει η σίφυλη να τον επηρεάζει, τα ακόλουθα δύο περιστατικά. Κάποτε, σε ένα καφενείο στο Σύνταγμα, πήγε και κάθισε στο τραπέζι των στρατηγών λέγοντας σε όλους ότι είναι στρατηγός. Λίγη ώρα μετά, είδαν τον φρούραρχο να τον κυνηγάει σε όλο το Σύνταγμα. Μια άλλη φορά, ο ποιητής ισχυριζόταν ότι ήταν γόνος Βυζαντινών αυτοκρατόρων και ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του μια πριγκίπισσα της Ρουμανίας. Αυτά τα είχε γράψει κιόλας.

Ο Φιλύρας τολμούσε συχνά να ανεβάζει τον γιακά του.
Ένας ποιητής με αίσθηση του στυλ
Πριν κλειστεί στο δημόσιο ψυχιατρείο, είχε τυπώσει τα ποιητικά βιβλία «Ρόδα στον αφρό» (1911), «Γυρισμοί» (1919), «Οι ερχόμενες» (1920), «Κλεψύδρα» (1921), «Ο πιερρότος» (1922), «Θυσία» (1923) και το πεζό «Ο θεατρίνος της ζωής» (1916), που συγκεντρώθηκαν όλα μαζί το 1939 από τις εκδόσεις Γκοβόστη, με κριτική εισαγωγή και επιμέλεια του Αιμίλιου Χουρμούζιου, ως πρώτος τόμος των «Απάντων» του, χωρίς να κυκλοφορήσει ποτέ και δεύτερος.
Εντός του ψυχιατρείου έγραψε περισσότερα ποιήματα, συνήθιζε όμως να τα μοιράζει με γενναιοδωρία. Είναι εξαιρετικά πιθανό, ποιήματα που έχουν αποδοθεί σε άλλους, να είναι δικά του.
Ο Φιλύρας είχε αυτό το στυλ. Ήταν κομψός, πλακατζής και ανοιχτοχέρης σε όλα του. Ένας αλλιώτικος ποιητής. Δεν ήταν ποιητής πεσιμιστής, δεν ολοφυρόταν γιατί υπήρχε. Ο Βάρναλης τον είχε χαρακτηρίσει ορμεμφυτικό, αδιανόητο, εκρηκτικό. Είναι αντιφατικός και διακυμαινόμενος. Ο Βάρναλης του είχε γενικά μεγάλη αγάπη, δεν είχε διστάσει να τον χαρακτηρίσει Αρθούρο Ρεμπό της Ελλάδας. Ο Παντελής Χορν (πατέρας του ηθοποιού) είχε κάνει μια ομιλία στις 21 Ιανουαρίου του 1927, διάστημα στο οποίο είχε μπει στο Δρομοκαΐτειο ο ποιητής όπου έλεγε το εξής: «Ο Φιλύρας δηλαδή κάνει εκείνο που λέει ο Γερμανός φιλόσοφος Νίτσε: “αφήνω να φανή η τρέλλα μου για να κρύψη τη σοφία μου”».
Η εξωστρέφεια της τρέλας του και η εσωστρέφεια της ευφυΐας του αποτυπώνεται και στο ντύσιμό του. Στις εμφανίσεις του στο Ακταίον, είναι πάντα από τους πιο καλοντυμένους. Στο Δρομοκαΐτειο φοράει πάντοτε κοστούμι όταν τον επισκέπτεται κάποιος. Δεν ήθελε να εμφανιστεί ποτέ «απρεπώς» σε φίλους και γνωστούς. Με ωραία κοστούμια, ειδικά herringbone, με παλτό από πάνω, φορούσε σχεδόν πάντοτε γιλέκο και γραβάτα, την οποία μάλιστα δεν την έδενε κάτω από τον γιακά, αλλά την έβαζε πάνω από τον γιακά, κυρίως στις βραδινές του εξορμήσεις. Και τον γιακά πολύ συχνά τον σήκωνε όρθιο, να καλύπτει τον λαιμό σαν ζιβάγκο. Χαρακτηριστικά της εμφάνισης στα νεανικά του χρόνια, είναι τα μικρά στρογγυλά του γυαλάκια, το αχνό μουστάκι -που μετά το ξύρισε- και το μαλλί που ήταν χτενισμένο προς τα πίσω. Στα χρόνια του ψυχιατρείου, από το 1927 και ως το 1942, όταν και πέθανε, η αραίωση στο κεφάλι έχει οδηγήσει σε ένα μεγάλο μουστάκι.
Εκείνα τα χρόνια έχει φάει μια δεύτερη πετριά μετά την ποίηση. Τη χρονιά που μπαίνει στο Δρομοκαΐτειο, γίνεται της μόδας η ρεπούμπλικα, ένα πλατύγυρο καπέλο, και ο ποιητής ζητά διαρκώς από το προσωπικό και όσους τον επισκέπτονται να του φέρουν μία.
Ίσως ο Ρώμος Φιλύρας να ήταν φτιαγμένος για να ζήσει αυτή τη ζωή, με αυτή την εξέλιξη. Αυτό διαφαίνεται κι από την ελεγειακή του ματιά στον άνθρωπο που ήταν στο διπλανό δωμάτιο στο Δρομοκαΐτειο. Η περιγραφή που κάνει ο ποιητής είναι γλαφυρή και ξεκάθαρη.
«Ο διπλανός μου είναι ένας άνθρωπος που ταξιδεύει. Προτού πλαγιάσουμε στο θάλαμο για να κοιμηθούμε, βγάνει από τις τσέπες του ένα σωρό παλιόχαρτα και ατελείωτα κουβάρια σπάγγους, πακετάρει μεθοδικά το κρεβάτι του, τα ρούχα, τα παπούτσια του και μας λέει αντί για καληνύχτα «καλή αντάμωση». Ταξιδεύει, πάει στη Λειψία, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αίγυπτο, Ινδίες, Μαρόκο… Επιτρέπεται ο πρώτος τυχών νοσοκομάκος με ένα σκούντημα να ξυπνάει και να ξαναφέρνει πάλι πίσω στο Δρομοκαΐτειο τον άνθρωπο που του δόθηκε με λίγα παλιόχορτα και κάτι σπάγγους να ταξιδεύει σαν το πουλί, να κάνει κάθε νύχτα κι από ένα θείο ταξίδι; Μια φορά που τον εξύπνησεν απότομα ο νοσοκόμος, του φώναξε απελπισμένα: Άσε με, για το Θεό, χάνω το τρένο!
Είναι σύστημα αυτό, είναι κούρα αυτή, να παίρνουν τη μόνη ευτυχία που απομένει στον τρελό; Τον γιατρεύουμε, μας λένε. Μπράβο! Κι όταν γίνει καλά, θα ξανακάνει ποτέ του ταξίδι με ένα κομμάτι σπάγγο; Ζήτω η τρέλα!
Εγώ ο Ρώμος το φωνάζω».




