
Το να ακούς μουσική των δεκαετιών της αναλογικής ροκ από ένα ηχείο που υποβάλλει με την όψη του την απτικότητα που χαρακτήριζε ολόκληρη την προψηφιακή εποχή είναι σίγουρα ένα πολιτισμικό κεκτημένο.
Είναι πλέον κάτι που που ακούμε να επαναλαμβάνεται συχνά από τους φίλους της υψηλής πιστότητας, και δυστυχώς είναι μάλλον αλήθεια, ότι από τότε που ήλθε το wi-fi έχει χαθεί το hi-fi – δηλαδή το high fidelity. Στην εποχή που μπορούμε να ακούμε μουσική με οποιονδήποτε τρόπο, την ακούμε συνήθως με τον χειρότερο, από κινητά και μικρά φορητά ηχεία, δίνοντας έμφαση στην άνεση και την συνδεσιμότητα και λιγότερο στην ποιότητα του ήχου. Κάτι που ενδεχομένως έχει επιπτώσεις και στην ίδια την αξιολόγηση της μουσικής: αφού ακούει κανείς λιγότερα – λιγότερες διαστάσεις του ηχητικού φαινομένου – περιμένει αντίστοιχα λιγότερα από τους καλλιτέχνες. Ή ίσως και όχι. Ευτυχώς που εμφανίστηκαν και τα τόσα λεγόμενα hi-fi/listening bars στην Αθήνα για να μας δείξουν τη διαφορά της ποιότητας του ήχου.
Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν και προσπάθειες να γεφυρωθεί η δύσκολη εξίσωση ανάμεσα στην ποιότητα του ήχου, την πρακτικότητα στη χρήση και την αισθητική του αντικειμένου. Μια κλασική εικόνα ενός τέτοιου ηχείου είναι αυτή των Marshall: μια εξαιρετικά αναγνωρίσιμη αισθητική που φέρνει αμέσως στον νου την εικόνα ενός κλασικού rock συγκροτήματος. Καθόλου τυχαίο, καθώς πρόκειται για ένα σχετικά πρόσφατο προϊόν που συνεχίζει, ωστόσο, μια καθιερωμένη αισθητική και, αν όχι μια συγκεκριμένη τεχνολογία, πάντως μια τεχνογνωσία που προέρχεται από τη δεκαετία του 1960 και τον κόσμο της rock μουσικής.

Μια εξαιρετικά αναγνωρίσιμη αισθητική που φέρνει αμέσως στον νου την εικόνα ενός κλασικού rock συγκροτήματος.
Για πολλά χρόνια, το κουτί που σήμερα το ευρύ κοινό αναγνωρίζει ως ηχείο δεν ήταν ηχείο ακρόασης, αλλά ενισχυτής ηλεκτρικής κιθάρας. Αναπτύχθηκε από τον μουσικό και κατασκευαστή Jim Marshall και τον γιο του Terry που ίδρυσαν την Marshall Amplification στο Λονδίνο το 1962. Οι Marshall είχαν ήδη ένα κατάστημα με μουσικά όργανα και ενισχυτές, αλλά ανέπτυξαν το δικό τους προϊόν για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ανάγκες για τις βρετανικές μπάντες που ήταν την εποχή εκείνη σε πλήρη άνθηση: οι κιθαρίστες τους αναζητούσαν περισσότερη ένταση και έναν πιο επιθετικό, χαρακτηριστικό ήχο.
Η εικόνα των στοιβαγμένων ενισχυτών στις συναυλίες με το χαρακτηριστικό πλάγιο λογότυπο έγινε τελικά αναπόσπαστο μέρος της οπτικής ταυτότητας του rock και συνέβαλε αποφασιστικά στην καθιέρωση του ονόματος Marshall στη συνείδηση του κοινού.

Για πολλά χρόνια, το κουτί που σήμερα το ευρύ κοινό αναγνωρίζει ως ηχείο δεν ήταν ηχείο ακρόασης, αλλά ενισχυτής ηλεκτρικής κιθάρας.
Ηχείο με έντονο χαρακτήρα στις χαμηλές συχνότητες
Μισό αιώνα περίπου αργότερα έγινε το μεγάλο βήμα για την αξιοποίηση ενός ονόματος, που ήταν ήδη εξαιρετικά αναγνωρίσιμο, σε έναν νέο τομέα. Η Marshall παρουσίασε ακουστικά και ηχεία γενικής χρήσης: το 2010 τα πρώτα ακουστικά της, το 2012 το πρώτο ηχείο Hanwell και το 2013 το Stanmore — ονόματα που παραπέμπουν σε περιοχές του Λονδίνου που συνδέονται με την ιστορία του brand. Σήμερα, τα Stanmore και Acton είναι από τα πιο καθιερωμένα μοντέλα της σειράς και βρίσκονται τώρα στην 4η γενιά.
Τα ηχεία αναπαράγουν με συνέπεια την αισθητική των ενισχυτών ηλεκτρικής κιθάρας που έγιναν συνώνυμοι με τη rock μουσική και, σε μεγάλο βαθμό, απευθύνονται στο ίδιο κοινό που έχει μεγαλώσει με αυτή την εικόνα. Πρόκειται, φυσικά, για ενεργά ηχεία, με ενσωματωμένη ενίσχυση, όπως είναι ουσιαστικά και οι ενισχυτές των ηλεκτρικών οργάνων, και, μολονότι χρησιμοποιούν διαφορετικές τεχνολογίες, ο ηχητικός τους χαρακτήρας είναι επίσης προσανατολισμένος σε ένα άμεσο, δυναμικό άκουσμα, με έντονη παρουσία στις χαμηλές συχνότητες, ιδανικός για τη μουσική που τα ενέπνευσε.

Σε ό,τι αφορά ένα σύστημα ήχου, παραμένει πάντοτε το ερώτημα πόσο ο οπτικός χαρακτήρας επιβεβαιώνεται από τον ακουστικό.
Και η ποιότητα της κατασκευής έχει κάτι από το στιβαρό γνώρισμα των ενισχυτών. Ένα ξύλινο (πολύ σημαντική παράμετρος για την ποιότητα του ήχου) παραλληλόγραμμο κουτί με ελαφρά καμπυλωμένες γωνίες καλυμμένο με δερματίνη και το λογότυπο με τη χαρακτηριστική πλάγια γραφή. Αν και πλέον τα πρόσφατα μοντέλα συνδέονται ασύρματα με την πηγή του ήχου και μπορεί κανείς να τα ρυθμίσει από εφαρμογή (κυρίως της πηγής), διατηρούν ακόμα τα φυσικά κουμπιά ρύθμισης που παραπέμπουν στις δεκαετίες του ενσύρματου ήχου. Βρίσκονται στην επάνω πλευρά του ηχείου και προσφέρουν μια αίσθηση αναλογικότητας στον χρήστη.
Είναι δύσκολο να πει κανείς πάντοτε πόσο από αυτό που ακούει είναι ήχος και πόσο ιδέα. Το να ακούς μουσική των δεκαετιών της αναλογικής ροκ από ένα ηχείο που υποβάλλει με την όψη του την απτικότητα που χαρακτήριζε ολόκληρη την προψηφιακή εποχή είναι σίγουρα ένα πολιτισμικό κεκτημένο. Σε ό,τι αφορά ένα σύστημα ήχου, παραμένει πάντοτε το ερώτημα πόσο ο οπτικός χαρακτήρας επιβεβαιώνεται από τον ακουστικό. Αλλά σε περιπτώσεις πετυχημένου design, τον συνδιαμορφώνει. Αφού κανείς δεν πάει στις συναυλίες με παρωπίδες, πώς να υπερασπιστείς την τυφλή ακρόαση;
Διαβάστε ακόμη: Ο αναπτήρας που ήταν ένα έργο τέχνης στην παλάμη μας




