Έλληνας Ρόμπερτ Ντε Νίρο: Ο ηθοποιός που έκανε γρήγορα τον καλύτερο ρόλο του και παράτησε την Αθήνα ως το τέλος του

Μπορεί να μην ήθελε να γίνει ηθοποιός, η ζωή όμως αυτό είχε αποφασίσει. Και την υπάκουσε ο Τάκης Μόσχος.

Πολλές φορές, όταν καθόμαστε να συζητήσουμε με φίλους και να σκαλίσουμε περιστατικά της ζωής μας από το μακρύ παρελθόν, συμβάντα που παίζει και να τα είχαμε ξεχάσει εντελώς και να τα έσπρωξε το υποσυνείδητό μας μπροστά μπροστά και να τα έφερε στη γλώσσα, καταλήγουμε να αναρωτιόμαστε γιατί δεν έχει γίνει ταινία η ζωή μας. Ή αυτό μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό. Γιατί δεν παρήγαγε η ζωή μας έστω μια κωμωδία; Ίσως γιατί δεν ωθήσαμε τα πράγματα προς τα εκεί. Χρειάζεται όμως πάντα να τα ωθήσεις; Όχι. Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις ανθρώπων που δε χρειάζεται να ωθηθεί τίποτα, που η ζωή τα φέρνει έτσι γιατί είναι ο λαχνός που πήραν από τη Λάχεση. Αυτός ήταν ο ηθοποιός Τάκης Μόσχος.

Δεν το λέμε εμείς αφ’ εαυτού μας, το είχε πει πολλάκις όσο ήταν εν ζωή ο ίδιος. Πάντοτε έλεγε ότι όλα του έρχονταν από κάποια τύχη και πως ο ίδιος έκανε συχνά το αντίθετο από αυτό που χρειαζόταν για να του έρθουν όσα του ήρθαν. Ειδικά όταν ξεκίνησε η σχέση του με τα βαριά ναρκωτικά, θα πει σε μια συνέντευξή του στο Popaganda και τον Θεοδόση Μίχο ότι κοιτούσε τις ταινίες του, θυμόταν πώς είχε συμπεριφερθεί στα γυρίσματα και αναρωτιόταν γιατί τον έπαιρναν για δουλειές. Γιατί τον ανέχονταν και συνεργάζονταν μαζί του.

Εμφανίζονται σε όλους μας σε αυτή τη ζωή τέτοιοι άνθρωποι σαν τον Τάκη Μόσχο. Στη δουλειά, στις φιλικές σχέσεις, στις ερωτικές σχέσεις. Όταν είναι στη δουλειά ή στη φιλία, συχνά επιλέγουμε να τους κρατάμε σε απόσταση ή να… κόβουμε λάσπη. Στις ερωτικές, εθιζόμαστε σε αυτούς, τους μετατρέπουμε σε αντίβαρό μας και τους θέλουμε για να τσακωνόμαστε, να τους βρίζουμε, να τους έχουμε ως  καβαφικούς Βαρβάρους για όλες μας τις επιλογές που δε μας ικανοποιούν.

Ο Τάκης Μόσχος είχε αυτό το δαίμονα μέσα του. Στην αρχαιότητα ο δαίμων δεν ήταν κάτι per se κακό. Ήταν το πνεύμα που αναλάμβανε να καθοδηγήσει την ψυχή στον Κάτω Κόσμο μετά θάνατον. Γι’ αυτό και είχαν τον διαχωρισμό σε ευδαίμων και δεισιδαίμων. Ο κάθε άνθρωπος έχει και τα δύο. Ο Τάκης Μόσχος είχε μια τάση να κλίνει προς τον δεύτερο.

«Έζησα για πολύ μεγάλο διάστημα στην κόψη του ξυραφιού. Όχι από γενναιότητα ή από θάρρος. Έτυχε τα χούγια μου να κάνουν τη ζωή μου έτσι».

Ο Τάκης Μόσχος του τότε και ο Τάκης Μόσχος του… πολύ μετέπειτα τότε.

Ένας ηθοποιός που δεν ήθελε να είναι ηθοποιός

Αν κοιτάξει κανείς τα κομμάτια του παζλ της ζωής του, θα αντιληφθεί ότι μάλλον κουβαλούσε έντονα μέσα του την ενόχληση προς τον πατέρα του που ήταν αστυνομικός και, σε συνδυασμό με γεγονότα της σχέσης τους από την παιδική του ηλικία, κάτι μέσα του απεφάνθη πως πρέπει να ζήσει ισόβια κόντρα στη φωνή αυτής της εξουσίας. Κάθε αγόρι έχει γραμμένη μέσα του την ανάγκη να σκοτώσει τον πατέρα του για να γίνει δικός του ο θρόνος. Είναι αρχέγονο ένστικτο, είναι το πρωτόγονο παρελθόν. Κάποτε ήμασταν λιοντάρια. Και σκοτώσαμε τα λιοντάρια μέσα μας για να γίνουμε άνθρωποι. Τα λιοντάρια όμως δεν πεθαίνουν. Απλά πληγώνονται.

Κάπως έτσι, ο Τάκης Μόσχος έφυγε για τη Γερμανία μόλις ολοκλήρωσε τη Νομική Θεσσαλονίκης -είχε γεννηθεί το 1951 στη Χαλκίδα και ένιωθε σε όλη του τη ζωή ένας Χαλκιδαίος Θεσσαλονικιός- για να σπουδάσει Κοινωνιολογία και Καλές Τέχνες. Εκεί τα έζησε και τα έκανε όλα. Όχι στον ακραίο βαθμό που θα τα έκανε αργότερα. Όπως έχει εκμυστηρευτεί, από ναρκωτικά έκανε μόνο χασίσι. Αλλά είχε κάνει κλεψιές για ένα διάστημα, είχε δουλέψει ως μοντέλο, είχε ζήσει σε κοινόβιο, είχε υιοθετήσει κατά καιρούς διάφορες αμφιλεγόμενες ιδιότητες που σίγουρα δε θα οδηγούσαν τη ζωή του σε μια σταθερότητα. Άραγε, όμως, είναι αυτό που ζητά ο άνθρωπος;

Έλληνας Ρόμπερτ Ντε Νίρο: Ο ηθοποιός που έκανε γρήγορα τον καλύτερο ρόλο του και παράτησε την Αθήνα ως το τέλος του

Ο Τάκης Μόσχος στη Γλυκιά Συμμορία.

Με κάποιο χάραγμα της ζωής, ο Μόσχος βρέθηκε στις αρχές των 80s στην Ελλάδα και, όντας άφραγκος, επέλεξε να πάει σε μια οντισιόν για την ταινία Άγγελος του Γιώργου Κατακουζηνού και βρέθηκε να υποδύεται ένα τρανς άτομο, κάτι πρωτοφανές για εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Μερικά χρόνια μετά, ήρθε η ταινία και ο ρόλος που θα τον σημάδευαν για πάντα και θα έκαναν αδιάφορο οτιδήποτε ακολουθούσε. Όχι μόνο για το κοινό, μα και για τον ίδιο. Εξάλλου, δεν ένιωσε ποτέ περήφανος για τη διαδρομή του, τις περισσότερες ταινίες του θα τις διέγραφε για πάντα.

Στη Γλυκιά Συμμορία του Νίκου Νικολαΐδη, μια από τις 10 καλύτερες του ελληνικού σινεμά του 20ου αιώνα, ου μην και γενικά, ο Τάκης Μόσχος βρέθηκε πάλι από «τύχη». Πήγε για να πει μια ατάκα, κατέληξε να παίξει έναν άλλο ρόλο, αυτόν του Αργύρη. Τότε είπε μέσα του ότι «είμαι ηθοποιός», αλλά, θα παραδεχτεί αργότερα, δεν ένιωσε ποτέ κάτι τέτοιο. Το έβλεπε βιοποριστικά. Ως κάτι που του παρουσιάστηκε στη ζωή κι αφού του έφερνε λεφτά, έμεινε σε αυτό. Δεν είχε σπουδάσει ηθοποιός, δεν είχε συναίσθημα εξ αρχής για την υποκριτική.

Η αντίδραση προς κάτι το αόρατο εντάθηκε στη ζωή του. Είναι η εποχή, κάπου στις αρχές των 90s, που διαμορφώνεται το σελεμπριτιλίκι, το εγχώριο lifestyle. Και δεν ρωτά αν θα σε απορροφήσει. Σε ρουφάει θες δε θες. Τον Τάκη Μόσχο τον ρούφηξε, αλλά ήθελε να αντισταθεί τόσο, ώστε για να το καταφέρει έκανε πιο εντατικές τις ακρότητες της ως τότε ζωής του. Τότε μπήκε η κοκαΐνη και τα σκληρά ναρκωτικά και συμπορεύτηκε με αυτά για όσο διάστημα ήταν ενεργός και εν Αθήναις ηθοποιός. «Έζησα για πολύ μεγάλο διάστημα στην κόψη του ξυραφιού. Όχι από γενναιότητα ή από θάρρος. Έτυχε τα χούγια μου να κάνουν τη ζωή μου έτσι», είχε αναφέρει στον Θεοδόση Μίχο.

«Έχω κάνει φοβερά λάθη, κούρασα τον εαυτό μου και τους γύρω μου. Ξόδεψα χρήματα, υγεία, τύχη.  Αλλά ίσως έπρεπε γιατί τώρα μ’ αγαπάω πάρα πολύ και με προσέχω και με σέβομαι».

Σε εκείνα τα χρόνια, είτε σε ρόλους είτε εκτός ρόλων, πάντα θα φορούσε πουκάμισο.

Όταν έφυγε μόνιμα για τη Σκόπελο

Παρά το ότι αυτή η διαδρομή τον οδήγησε για 2 χρόνια σε χημειοθεραπείες και στη μάχη με τον καρκίνο, ο ίδιος θα πει ότι μόνο μέσα από τη βουτιά στην καρδιά της πυρκαγιάς, μπόρεσε να καθαρίσει την ψυχή του και να αγαπήσει τον εαυτό του. «Έχω κάνει φοβερά λάθη, κούρασα τον εαυτό μου και τους γύρω μου. Ξόδεψα χρήματα, υγεία, τύχη.  Αλλά ίσως έπρεπε γιατί τώρα μ’ αγαπάω πάρα πολύ και με προσέχω και με σέβομαι», είχε πει στον Χρήστο Παρίδη το 2012 μιλώντας στο Homme του Έθνους.

Κι αυτό διαπιστώθηκε κι από την απόφασή του κάπου στις αρχές του 2000 να φύγει από την Αθήνα, να κόψει κάθε δεσμό που είχε εδώ επαγγελματικά και να πάει να ζήσει στη Σκόπελο, να συνθέσει ένα μπουλούκι ερασιτεχνικό και να δίνουν παραστάσεις στο νησί και τα παρακείμενα νησιά.

Έλληνας Ρόμπερτ Ντε Νίρο: Ο ηθοποιός που έκανε γρήγορα τον καλύτερο ρόλο του και παράτησε την Αθήνα ως το τέλος του

Με καμπαρντίνα και φουλάρι. Δύο αξεσουάρ που επέλεγε συχνά στις δημόσιες εμφανίσεις του ο ηθοποιός.

Η καμπαρντίνα του ήταν το πιο αξιομνημόνευτο στυλιστικό του σήμα κατατεθέν, όπως και τα φουλάρια του και το αφημένο στη μοίρα του γκριζαρισμένο του μαλλί.

Εκείνη την εποχή ήταν πολύ της μοδός να βάζουν ταμπέλες σε φιγούρες σαν τον Τάκη Μόσχο ως προς το στυλ τους. Κι αυτός κι ο Τζούμας, κι ο Σπυριδάκης, κι ο Άλκης Παναγιωτίδης, χαρακτηρίζονταν με αβροφροσύνη ως εστέτ, δανδήδες, ιντελεκτουέλ, μπον βιβέρ. Ποτέ δεν ασπάστηκε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, το απέρριπτε. Ήταν απλά ένας πολύ ενδιαφέρων τύπος. Με μια ενδιαφέρουσα στυλιστική πορεία. Κανείς δεν έχει ένα μόνο στυλ σε όλη του την ενήλικη ζωή. Το στυλ μας διαμορφώνεται από την ηλικία μας, τη διάθεσή μας, τις αντοχές μας. Κι αυτό εντοπίζεται ως «κανόνας» στον Μόσχο.

Από όσα διαφορετικά στυλ είχε, ίσως το πιο γοητευτικό ήταν αυτό στα late 50s του και μετά. Η καμπαρντίνα ήταν συχνό στυλιστικό του στοιχείο όταν κυκλοφορούσε έξω, όπως και τα χοντρά φουλάρια που κάλυπταν τον κορμό του. Και το ατιμέλητο γκριζαρισμένο του μαλλί που άλλοτε είχε μια ατσούμπαλη και ελάχιστα «δουλεμένη» χωρίστρα, άλλοτε ήταν ατάκτως ερριμένο. Ενώ στις ταινίες του ή στην εποχή που ήταν στα 30-40 του, ήταν συχνά με κάποιο δερμάτινο τζάκετ κι από μέσα πουκάμισο ή πουκάμισο με πουλόβερ, ή σκέτο πουκάμισο με τα μανίκια σηκωμένα για να φανούν τα μακριά του χέρια, στα μεταγενέστερα χρόνια του είχε ένα πιο μινιμαλιστικό στυλ. Η Σκόπελος τον άλλαξε άρδην.

Έλληνας Ρόμπερτ Ντε Νίρο: Ο ηθοποιός που έκανε γρήγορα τον καλύτερο ρόλο του και παράτησε την Αθήνα ως το τέλος του

Κάτι από ντετέκτιβ θύμιζε στα 60s του ο Τάκης Μόσχος.

Το πιο βασικό αξεσουάρ στο στυλ του, ήταν το τσιγάρο. Δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Είναι απείρως περισσότερες οι φωτογραφίες του με τσιγάρο, παρά χωρίς αυτό. Όπως, δε θα μπορούσε να αποχωριστεί και αυτή τη μεγάλη ελιά στο δεξί μάγουλο που είχε γίνει σήμα κατατεθέν του και γι’ αυτό, τις περισσότερες φορές που πόζαρε, προσπαθούσε να την κρύψει, οπότε έστριβε ελαφρώς το κεφάλι προς τα δεξιά και έδειχνε το αριστερό του προφίλ.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Τάκης Μόσχος είχε αυτά τα χαρακτηριστικά γυαλιά πρεσβυωπίας που επέτειναν το μακρόστενο πρόσωπό του.

Όντας πια αποτραβηγμένος στο νησί, που αν σήμερα μοιάζει αποκομμένο από τα δρώμενα, τότε έμοιαζε να ανήκει σε άλλο τόπο και χρόνο, ο ηθοποιός άφησε την καμπαρντίνα, αυτό το κοσμικό του παλτό, και έγινε πιο «ταπεινός», πιο λαϊκός, με τα γυαλιά πρεσβυωπίας που είχαν πολύ χαρακτηριστικά σχήματα να είναι πάντοτε στο πρόσωπό του.

Εκτός από τα ρούχα και τα αξεσουάρ, ο Τάκης Μόσχος είχε και τις δικές του εκφράσεις. Πότε με το γυρτό προς τα δεξιά κεφάλι, πότε με το στρογγυλεμένα ανοιχτό στόμα που απέδιδε το πάθος του για τη στιγμή.

Όπου και να προσπαθήσει κανείς να τον τοποθετήσει, μάλλον σφάλμα θα κάνει. Αν ένα πράγμα τον χαρακτήριζε, ήταν η αντίδραση στο πνεύμα, στο στυλ, στα πάντα. Ήταν λογοτεχνική φιγούρα το δίχως άλλο, αλλά μήπως όλοι μας δεν είμαστε τελικά;

 

Διαβάστε ακόμη: Ο αυθεντικός «Ηνίοχος» Αλέξης Δαμιανός (1921-2006)

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top