Με τον Stirling Moss στα Mille Miglia του 1955: το ρεκόρ που έμεινε στην ιστορία

Με αφορμή την απώλεια του σπουδαίου βρετανού οδηγού που έφυγε από τη ζωή στα 90 του στις 12 Απριλίου, ο Βασίλης Χαρίτος μάς θυμίζει την μεγάλη νίκη του, πριν από 65 χρόνια, στον αγώνα των 1.000 μιλίων.

 

Το ρεκόρ των Moss-Jenkinson με τη Mercedes 300 SLR στα Mille Miglia του 1955 θα μείνει για πάντα στην ιστορία (photo Klemantaski collection).

Με την πάροδο του χρόνου, επιτεύγματα και ρεκόρ που στην εποχή τους φάνταζαν απίστευτα ή άπιαστα, τείνουν να χάνουν την αύρα που τότε τα συνόδευε με συνέπεια η σημασία τους να αμβλύνεται και η αίγλη τους να ξεθωριάζει. Όχι όμως αυτό που «ο καλύτερος οδηγός που δεν έγινε ποτέ πρωταθλητής F1» πέτυχε τον Μάιο του ‘55.

Πριν 65 χρόνια, την 1η Μαΐου του 1955, ο Stirling Moss, με τον συνοδηγό του Dennis “Jenks” Jenkinson, νίκησε στα Mille Miglia οδηγώντας την θρυλική (και συλλεκτικό «κομμάτι» σήμερα) Mercedes-Benz 300 SLR με το νούμερο 722, νικώντας, μεταξύ άλλων, κορυφαίους Ιταλούς οδηγούς μέσα στην έδρα τους.

Ο αγώνας των 1.000 μιλίων ξεκινούσε από τη Brescia στη Β. Ιταλία, κατευθυνόταν νοτιοανατολικά προς την Αδριατική, μέχρι κάτω στην Pescara, μετά ανηφόριζε δυτικά, πάνω από τα Απέννινα Όρη, προς τη Ρώμη και μετά ξανά βόρεια για τον τερματισμό πίσω στη Brescia, διασχίζοντας ξανά τα Απέννινα από τα διαβόητα ορεινά περάσματα Passo di Futa και Passo della Raticosa.

Ήταν ένας αγώνας σε δημόσιους δρόμους, σε κλειστή στην κυκλοφορία διαδρομή – όσο κλειστή μπορούσε βέβαια να είναι για ένα Σαββατοκύριακο μια διαδρομή 1.600 χιλιομέτρων που περνούσε μέσα από δεκάδες πόλεις και χωριά. Χωρίς όρια ταχύτητας (χωρίς αύριο σωστότερα) με τα αυτοκίνητα να ξεκινούν ανά λεπτό, από το βράδυ του Σαββάτου μέχρι το πρωί της Κυριακής, τα μικρά πριν από τα μεγάλα, και με νικητή όποιον έκανε τα 1.000 μίλια σε λιγότερο χρόνο – απλά πράγματα.

Λίγο πριν την εκκίνηση, ο Alfred Neubauer, αφεντικό από το 1926 της αγωνιστικής ομάδας της Mercedes, δίνει τις τελευταίες οδηγίες στον νεαρό Moss (photo MotorSport magazine).

Ένας αγώνας δηλαδή που ούτε κατά διάνοια θα σκεφτόταν να οργανώσει κάποιος σήμερα. Φανταστείτε, σαν να λέμε, έναν non-stop αγώνα Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Κοζάνη-Ιωάννινα-Αντίρριο-Ιτέα-Αθήνα που θα περνούσε μέσα από τις πόλεις, χωρίς εθνικές οδούς και τέτοια, διασχίζοντας μάλιστα και σιδηροδρομικές διαβάσεις –που θα ευχόσουν να βρεις ανοιχτές– με το οδικό δίκτυο της δεκαετίας του ’50.

Οι Moss-Jenkinson (στα Mille Miglia μπορούσες να συμμετάσχεις είτε μόνος είτε με συνοδηγό) ολοκλήρωσε τα 1.600 χιλιόμετρα σε 10 ώρες, 7 λεπτά και 48 δευτερόλεπτα, με μέση ωριαία ταχύτητα 157 km/h! Μέση ταχύτητα που περιλάμβανε και τις στάσεις για ανεφοδιασμό και σωματικές ανάγκες. Στους δημόσιους δρόμους της εποχής.

Για να ξεπεράσουν τη φασαρία του αέρα και το ουρλιαχτό του 8κύλινδρου, το πλήρωμα υιοθέτησε μια σειρά από σήματα που θα έκανε με τα χέρια του ο συνοδηγός.

Παρότι ο Moss είχε «από πάνω του» την εργοστασιακή ομάδα της Mercedes-Benz (το εργοστάσιο συμμετείχε με τέσσερις 300 SLR –οι άλλες τρεις ήταν για τους Juan Manuel Fangio, Karl Kling και Hans Herrmann– από προηγούμενες συμμετοχές του στον αγώνα γνώριζε πως απέναντι στους καλούς Ιταλούς οδηγούς δεν θα είχε και πολλή τύχη· σίγουρα λιγότερη από εκείνη των εμπειρότερων Fangio και Kling.

Που ήταν και ο λόγος για τον οποίο στράφηκε στον παλιό του γνώριμο Dennis Jenkinson, αρθρογράφο του περιοδικού MotorSport και παλαιότερα πρωταθλητή συνοδηγό σε μοτοσυκλετικούς αγώνες με sidecar – άρα και άφοβο! Οι δυο τους θα ετοίμαζαν λεπτομερείς σημειώσεις για όλη τη διαδρομή πολύ πριν αυτό γίνει εκ των ων ουκ άνευ για τέτοιου τύπου αγώνες ή ράλλυ.

Ο Dennis Jenkinson είχε επισημάνει τα… ΣΟΣ σ’ ένα ρολό χαρτί μήκους 6 μ. που φόρτωσε σε αλουμινένια θήκη με πρόσοψη από plexiglass. Χρησιμοποιώντας το δεξί του χέρι για να το περιστρέφει, έκανε σήματα στον Moss με το αριστερό (photo Silverstone Auctions).

Μετά από μήνες σχεδιασμού, περάσματος της διαδρομής με Mercedes 220 “Ponton” της εποχής και δοκιμών της αγωνιστικής SLR στην πίστα του Hockenheimring, ο Jenkinson γέμισε 17 σελίδες σημειώσεων μαρκάροντας σημεία όπου το αυτοκίνητο ίσως υπέφερε αν τα περνούσε με μεγάλη ταχύτητα (σιδηροδρομικές διαβάσεις, γραμμές τραμ, κακή άσφαλτο κ.λπ.), αλλά και σημεία ξεκάθαρα επικίνδυνα.

Στροφές, για παράδειγμα, που το πλήρωμα χαρακτήριζε, ανάλογα με την επικινδυνότητά τους, ως “saucy”, “dodgy” και “very dangerous” –«προσεκτική», «κακή» και «πολύ επικίνδυνη», σε ελεύθερη απόδοση– την… έλευση των οποίων ο Jenks θα επεσήμανε χάρη κυρίως στα κολωνάκια των χιλιομετρικών αποστάσεων στις άκρες του δρόμου – όπου τουλάχιστον αυτά υπήρχαν.

Κανείς από τους τοπικούς αστέρες δεν είχε συνοδηγό ούτε βέβαια όσο σχολαστική προετοιμασία είχε το πλήρωμα του #722.

Είναι άλλο βέβαια να προειδοποιείς τον οδηγό σου για το τι ακολουθεί μέσα σε μια ήσυχη, πολυτελή 220 και άλλο να του μεταφέρεις με σαφήνεια τέτοιες ζωτικές, στην κυριολεξία μάλιστα, πληροφορίες μέσα σε μια ανοιχτή, διθέσια έκδοση «δρόμου» ενός αυτοκινήτου που ουσιαστικά σχεδιάστηκε για Grand Prix (της Mercedes W196) και ταξιδεύει με 270 km/h.

Για να ξεπεράσουν λοιπόν τη φασαρία του αέρα και το ουρλιαχτό του 8κύλινδρου, εν σειρά 3λιτρου κινητήρα που έβγαζε «πάνω από 290 άλογα» στις 7500 rpm, το πλήρωμα υιοθέτησε μια σειρά από σήματα που θα έκανε με τα χέρια του ο συνοδηγός, ανάλογα με την κατεύθυνση και τη δριμύτητα της στροφής που ερχόταν, με το αν τα διάφορα «χασίματα» στο δρόμο μπορούσαν να περαστούν σηκώνοντας ή όχι το πόδι απ’ το γκάζι κ.λπ.

Το δοκίμασαν αυτό στις τελευταίες τους δοκιμές με τη 220 μένοντας και οι δυο ικανοποιημένοι. Όπως έλεγε μετά ο Jenkinson, «ο μικρός [έτσι έλεγε ο 35άρης Jenks τον 26χρονο Moss] έδειχνε να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στα σήματά μου ώστε να περνάει από τέτοια τυφλά σημεία με 160, αν και παραδεχόταν πως δεν ήταν σίγουρος ότι θα έκανε το ίδιο και με 260».

O Stirling Moss πλασάρει την 300 SLR, με ελεγχόμενη πλαγιολίσθηση, σε μια από τις χιλιάδες στροφές της διαδρομής (photo MotorSport magazine).

Έχοντας τελειοποιήσει τα σήματα, ακόμα και για τα σημεία όπου είτε ο ήλιος θα έπεφτε στα μάτια τους είτε μια ανοιξιάτικη μπόρα ίσως μείωνε την ορατότητα, ο λεπτολόγος Jenkinson κατέγραψε τα πάντα σ’ ένα ρολό χαρτί μήκους έξι μέτρων που φόρτωσε σε μια αλουμινένια θήκη με διάφανη πρόσοψη από plexiglass. Χρησιμοποιώντας το δεξί του χέρι για να περιστρέφει το ρολό, έδειχνε στον Moss τον δρόμο με το αριστερό.

Με πρώτη τους σημείωση να προσέξουν τα κρύα ταμπούρα στο πρώτο φρενάρισμα, στις 7 και 22’ το πρωί η ήδη ζεσταμένη από τους μηχανικούς 300 SLR με το #722 (τα νούμερα έβγαιναν μετά από κλήρωση, για κάθε κλάση ξεχωριστά, ανάλογα με την ώρα εκκίνησης· το #118 δηλαδή ξεκινούσε στις 1 και 18’ το πρωί, το #554 στις 5 και 54’ κ.ο.κ.) κατέβηκε από τη ράμπα στη Brescia, με τον Moss να στέλνει το στροφόμετρο στις 7500 rpm σε κάθε αλλαγή στο 5άρι κιβώτιο της SLR.

Μπροστά τους 1.000 μίλια, που έπρεπε να διανυθούν όσο πιο γρήγορα γινόταν, και οδηγοί όπως οι Fangio (Mercedes #658), Kling (Mercedes #701), Collins (Aston Martin #702), Herrmann (Mercedes #704), Maglioli (Ferrari #705), Carini (Ferrari #714), Scotti (Ferrari #718), Pinzero (Ferrari #720)…

Πίσω τους διάφορες Ferrari και Maserati με οδηγούς Grand Prix όπως οι Castellotti, Taruffi, Marzotto, Sighinolfi, οι οποίοι και γρήγοροι ήταν, και γρήγορα αυτοκίνητα οδηγούσαν, και γνώριζαν τη διαδρομή σαν το σπίτι τους. Η δυνατότερη δε Ferrari, η 6κύλινδρη 4.4 735 LM “Scaglietti” του Eugenio Castellotti, ξεκινούσε, με το #723, ένα λεπτό πίσω τους, ενώ η 3λιτρη 750 Μonza του Sergio Sighinolfi, με το #724, δυο.

Ωστόσο κανείς από τους τοπικούς αστέρες δεν είχε συνοδηγό ούτε βέβαια όσο σχολαστική προετοιμασία είχε το πλήρωμα του #722. Ο Jenkinson θυμάται πως σε 1.600 χιλιόμετρα οδήγησης στο όριο ο μικρός έκανε μόλις δυο λάθη, ενώ ο ίδιος ένα, ευτυχώς χωρίς συνέπειες. Ο Moss έχασε το φρενάρισμά του σε δυο στροφές· στην πρώτη επειδή είχε στους καθρέφτες του τη Ferrari του ορμητικού Castellotti και στη δεύτερη επειδή ένα από τα ταμπούρα της Mercedes «μάγκωνε».

Ο δε Jenkinson έχασε μια σημείωση όταν, μετά από έναν ανεφοδιασμό στη Ρώμη, ξεχείλισε βενζίνη από την τάπα του ρεζερβουάρ πίσω του και τον έκανε μούσκεμα. Ευτυχώς ο Moss θυμόταν την στροφή που ακολουθούσε και την πήρε όπως την είχαν σημειώσει – έστω και με κάποιες ευτυχώς ακατάληπτες… προτροπές προς τον συνοδηγό του στη συνέχεια.

Στο τελευταίο σκέλος του αγώνα, ο μικρός, γνωρίζοντας, από τις πληροφορίες για τους ενδιάμεσους χρόνους που το πλήρωμα έπαιρνε στους ανεφοδιασμούς, πως ήταν μεν πρώτος αλλά με μικρή διαφορά –από τη Ferrari 376S “Scaglietti” του Taruffi τότε– δεν εννοούσε να σηκώσει το πόδι απ’ το γκάζι, βασιζόμενος στο ιδιότυπο… σύστημα πλοήγησης και αξιοποιώντας το στο μέγιστο.

Οι Moss-Jenkinson σ’ ένα από τα ορεινά «πάσα». Η SLR #658 του Fangio ήταν δεύτερη, 32’ πιο πίσω. Κάτω δεξιά ο “Jenks” και ο «μικρός» με τον Rudolf Uhlenhaut, σχεδιαστή των 300 SL και SLR (αριστερά) και τον manager Alfred Neubauer ανάμεσά τους (photos MotorSport magazine).

Στις δε ευθείες ανάμεσα Parma και Piacenza, με το κοντέρ «καρφωμένο» στα 275 km/h –και το στροφόμετρο της SLR στις 7600 rpm– o Jenkinson θυμάται να φτάνουν και να αφήνουν πίσω τους ένα μικρό αεροπλάνο που πετούσε χαμηλά και μετά κι άλλο ένα τα οποία προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τη Mercedes κινηματογραφώντας τον αγώνα.

Ο Moss είχε βάλει στόχο, έγραφε ο Dennis Jenkinson στο MotorSport του Ιουνίου της ίδιας χρονιάς περιγράφοντας την εμπειρία, να φτάσει στον τερματισμό στη Brescia σε ακριβώς 10 ώρες – και άρα με μέση ωριαία ταχύτητα ακριβώς 100 mph. Το ότι τελικά δεν τα κατάφερε, για μόλις 7’ και 48”, δεν έχει καμία σημασία.

«Ήταν πράγματι εμπειρία μοναδική, η σπουδαιότερη απ’ όσες έχω ζήσει στα 22 χρόνια που ασχολούμαι με τους αγώνες», θα παραδεχθεί ο Dennis Jenkinson.

Για να διηγηθεί παρακάτω: «είχα τη μοναδική εμπειρία να κάθομαι δίπλα στον Moss όσο οδηγούσε όπως δεν έχω δει κανέναν να οδηγεί στη ζωή μου· πολύ καλύτερα και για πολύ περισσότερη ώρα απ’ όσο θα θεωρούσα εφικτό για οποιονδήποτε. Ήταν πράγματι εμπειρία μοναδική, η σπουδαιότερη απ’ όσες έχω ζήσει στα 22 χρόνια που ασχολούμαι με τους αγώνες· μια εμπειρία πέρα απ’ τα όρια και της πιο τρελής μου φαντασίας, με κατάληξη που ακόμα και σήμερα μου μοιάζει απίστευτη».

Κάπως έτσι, την Πρωτομαγιά του 1955 ο μικρός και ο Jenks έγραψαν ιστορία. Δυο χρόνια αργότερα, τα Mille Miglia του 1957, που στοίχισαν τη ζωή του Alfonso de Portago, του συνοδηγού του Edmund Nelson και 10 θεατών, ανάμεσά τους πέντε μικρά παιδιά, μοιραία θα ήταν τα τελευταία. Το ρεκόρ των Moss-Jenkinson θα έμενε για πάντα στην ιστορία.

Για την ίδια ιστορία, δεύτερη ήταν η 300 SLR του Fangio, 32 λεπτά πίσω, με την ομάδα της Mercedes-Benz να κάνει το 1-2 στον αγώνα, ενώ πρώτη Ferrari ήταν η 376 S του Umberto Maglioli, στην τρίτη θέση, άλλα 13 λεπτά πιο πίσω.

Αξίζει τέλος να δείτε αυτό το video του MotorSport, από το 2015, με σχόλια του ίδιου του Sir Stirling:

 

ΥΓ Μερικά χρόνια αργότερα, οδηγώντας στην Ιταλία, ο Jenkinson σταμάτησε για καφέ σε κάποιο χωριό στη διαδρομή του αγώνα. Όπου άκουσε δυο γυναίκες να συζητούν για την εποχή που το Mille Miglia περνούσε απ’ τα μέρη τους. Όταν η μια τους θυμήθηκε τη νίκη «εκείνου του νεαρού Εγγλέζου με τη Mercedes», η δεύτερη έσπευσε να διευκρινίσει ότι ο νεαρός δεν ήταν όμως μόνος του· «είχε δίπλα του έναν μικροκαμωμένο παππά με μακριά γενειάδα που του διάβαζε απ’ τη Βίβλο»…

ΥΓ2 Αφορμή για τα παραπάνω ήταν η απώλεια του Sir Stirling που έφυγε από τη ζωή στα 90 του στις 12 Απριλίου. Κύρια πηγή ήταν το από τη θέση του συνοδηγού άρθρο, στο MotorSport έναν μήνα μετά τον αγώνα, του Dennis Jenkinson που δυστυχώς πέθανε πολύ νεότερος και πολύ νωρίτερα, στις 29 Νοεμβρίου του 1996.

 

Διαβάστε ακόμα: Οδηγοί-σαμποτέρ – οι άγνωστοι ήρωες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close