
Γιώργος Μαζωνάκης, ο The Dude της ελληνικής μουσικής.
Δε θα το φανταζόμασταν ποτέ ότι θα έρθει η στιγμή που θα γράψουμε σε αυτή τη στήλη για τον Γιώργο Μαζωνάκη. Η στήλη μας «Ελλήνων Ύφος» καταπιάνεται με ανθρώπους που είτε έχουν πεθάνει από καιρό είτε ο θάνατός τους δίνει αφορμή (όπως εδώ) να μιλήσουμε για το στυλ τους. Συνήθως, σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία έχουμε ανθρώπους που πέθαναν στις εσχατιές της ηλικίας και της ζωής, ήταν 80 ετών και βάλε. Πώς να δεχτούμε ότι γράφουμε κάτι τέτοιο τώρα για έναν άνθρωπο 54 ετών, και δη για έναν που το στυλ του ήταν τόσα πολλά και τόσο επιδραστικά, απλωνόταν σε τόσα κιτάπια, ώστε η απώλειά του μοιάζει πιο δυσβάσταχτη.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε ένα δικό του laissez faire, είχε δικούς του κανόνες και τη ζωή που έλεγε ότι θέλει να ζήσουν οι άλλοι, την έκανε πρώτα ο ίδιος. Όταν έλεγε ενοχλημένος πως πρέπει ο καθένας να κοιτάξει τον εαυτό του, με αφορμή μια δήλωση του Ρέμου προς το πρόσωπό του, δεν ήταν υποκριτής. Δεν ακούστηκε δημόσια ποτέ να λέει κάτι για κανέναν. Ούτε για την οικογένειά του μίλησε ποτέ ευθέως όταν έγινε πριν ένα χρόνο και κάτι εκείνος ο εγκλεισμός στο Δρομοκαΐτειο. Πρόσεχε πάντοτε τι θα πει για κάποιον δημόσια, γιατί είχε αντίληψη πως κάτι που θα μπει θα μεταδοθεί τόσο πολύ, ώστε θα βγει εκτός ελέγχου και μπορεί να χαλάσει τη ζωή κάποιου, ακόμα κι αν αυτός ο κάποιος είχε φερθεί άδικα στον Γιώργο.
Στυλ ήταν ότι ο Μαζωνάκης δεν ξεχνούσε ποτέ από πού ξεκίνησε και ανταπέδιδε. Πάντα στις συναυλίες του αποκαλούσε τον κόσμο οικογένεια, έκανε το ίδιο και με τους ανθρώπους που τον μανάτζαραν στη Minos EMI και μετά στην Panik Records. Κι αυτή την οικογένεια τη βοηθούσε στα σιωπηλά. Από χθες έχουν κυκλοφορήσει διάφορες ιστορίες ανθρώπων που δούλεψαν στα μαγαζιά που τραγουδούσε, σερβιτόρων και λοιπών, οι οποίοι δέχτηκαν οικονομική βοήθεια από τον Μαζωνάκη και μάλιστα χωρίς να τους αφήσει ποτέ να τον ευχαριστήσουν από κοντά. Έστελνε συνήθως έναν σεκιούριτι με έναν φάκελο. Κι όταν σε κάποια μεταγενέστερη συγκυρία, κάποιοι τον έβρισκαν κάπου και του εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους, εκείνος δεν έλεγε παρακαλώ ή κάτι τέτοιο. Έλεγε μόνο ότι ελπίζει τα λεφτά να βοήθησαν και να διευκόλυναν τη ζωή τους.

Ο Μαζωνάκης έλεγε πολλά μεταξύ σοβαρού και αστείου, αλλά γνώριζε πολύ καλά ποιος είναι, τι ζητάει.
Και στις συναναστροφές τους με συναδέλφους είχε στυλ, είτε όταν αλληλοεπισκέπτονταν ο ένας τον άλλο στα καμαρίνια είτε σε ιδιωτικές τους συναντήσεις. Ενθάρρυνε, στήριζε ψυχικά, έδειχνε και τον αλλιώτικο τρόπο αντίληψης. Μια ιστορία τέτοια μοιράστηκε χθες σε συναυλία του στην Κύπρο ο Γιάννης Κότσιρας. «Τραγουδούσαμε σε διπλανά μαγαζιά, εγώ με τον Νταλάρα και τον Λαυρέντη και τον Ζουγανέλη. Κι ο Γιώργος δούλευε δίπλα, δε θυμάμαι πώς λεγόταν. Μια μέρα, έχουμε τελειώσει εμείς και πάω δίπλα να τον δω. Δεν είχε βγει ακόμα στην πίστα. Πήγα να του μιλήσω, του λέω “πας πολύ καλά, όταν κλείνουμε εμείς έρχεται κόσμος εδώ σε σένα”. Και μου λέει “Γιάννη μου έτσι είναι…για κάθε Παράδεισο, υπάρχει και μια Κόλαση”». Στη λέξη «Κόλαση» έδειξε τον εαυτό του.
Δεν ήταν μια κίνηση αυτοσαρκασμού. Ο Μαζωνάκης έλεγε πολλά μεταξύ σοβαρού και αστείου, αλλά γνώριζε πολύ καλά ποιος είναι, τι ζητάει. Γι’ αυτό και αν ποτέ του έλεγες ότι είναι πρότυπο, το απεχθανόταν. Δεν το ήθελε. Δεν του άρεσε να τον έχει πρότυπο κανείς. Ήθελε να τον αγαπούν κι αυτό του αρκούσε.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο Μαζωνάκης είχε σε όλα του μια εξτρεμιστική κομψότητα
Η παραπάνω ιστορία είναι μια από τις χιλιάδες. Από χθες, κι αυτές έχουν βγει στην επιφάνεια σε αναρτήσεις συναδέλφων που συνεργάστηκαν μαζί του, που τον ήξεραν, που συζητούσαν, που έκαναν σχέδια μαζί, είτε για τη μουσική είτε όχι.
Στο στυλ του Μαζωνάκη συγκαταλεγόταν κι αυτό που καταγράψαμε χθες εδώ. Οι στίχοι στα τραγούδια του, αν και δεν είχαν γραφτεί από τον ίδιο, γράφονταν για εκείνον, γράφονταν γιατί οι στιχουργοί ήξεραν πως ο Μαζωνάκης ξέρει να ερμηνεύσει. Ήταν ερμηνευτής περισσότερο από τραγουδιστής. Το γράφω ειλικρινά, θα τον φανταζόμουν ως αφηγητή στην Οδύσσεια του Νόλαν αντί του Τράβις Σκοτ. Ο Μαζωνάκης δεν υποδύθηκε ποτέ κάτι περισσότερο από αυτό που είναι. Στα μπουζούκια που τραγουδούσε, δεν τραγουδούσε. Έπαιζε με το μικρόφωνο, έπαιζε με τον κόσμο, έπαιζε με τα τραγούδια, αναζητούσε το συναίσθημα και το φύτευε στο κοινό του με αυτόν τον κοφτό τρόπο που έλεγε κάθε λέξη.
Όταν τραγουδούσε «μ’ αρέσει όπως είμαι περνάω μια χαρά, δεν πρόκειται να πάρω τον κόσμο σοβαρά, η φιλοσοφία μου όλα να τα ζήσω και τη φαντασία μου να την εξαντλήσω, η φιλοσοφία μου όλα να τα κάνω κι όλες τις ευθύνες μου τις αναλαμβάνω», το πίστευε, το ένιωθε, το ζούσε. Για τον Μαζωνάκη θα υπάρχει πάντα η απορία αν ήταν εξ αρχής αυτό που τραγουδούσε ή αν αυτό που τραγουδούσε τον οδήγησε στο να γίνει αυτός που έγινε από το 2004 και μετά, από το Gucci Φόρεμα και μετά.
Στυλ ήταν όλη του η κοσμοθεωρία για τις συναναστροφές του με τους ανθρώπους. Ανοιχτός σε όλους, μα κλειστός σε όλους ταυτόχρονα. Δεν ήταν μια ψυχή «μπάτε σκύλοι αλέστε» ο Μαζωνάκης. Τουλάχιστον όχι για μεγάλο διάστημα στη ζωή του, γιατί σαφώς όλοι μας είμαστε απ’ όλα στη ζωή, περνάμε από όλες τις φάσεις. Ο Μαζωνάκης όμως είχε κατασταλάξει σχετικά γρήγορα και σε πείσμα όλων αυτών που φέρνει η δημοφιλία, η αναγνωρισιμότητα, το πολύ χρήμα που κινείται γύρω από τους τραγουδιστές.
«Ο κόσμος έχει μπερδέψει τη φιλία με το ότι συζητώ την καθημερινότητα με κάποιον και τα πράγματα που λέγονται. Φίλος είναι αυτός που μπορείς να του πεις τα πράγματα που δε λέγονται και χαίρεται με την πραγματική σου χαρά με αυτό που θες να είσαι εσύ, όχι με αυτό που θέλει αυτός να είσαι. Υπάρχουν τέτοιοι φίλοι, αλλά είναι λίγοι και γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Οι φίλοι μου είναι η επόμενη οικογένειά μου, γιατί είναι επιλογή μου και μέσα από αυτούς έχω εξελιχθεί. Που είναι μια πολύ ωραία λέξη. Γιατί υπήρχαν συζητήσεις και μοίρασμα αληθινό. Που με την αλήθεια έχουμε ένα θέμα οι άνθρωποι».

Βλέπεις αυτά τα ρούχα, αυτό το κοστούμι ειδικά, και σκέφτεσαι ότι δε θα το φορούσες ποτέ γιατί τραβάει τα βλέμματα. Ο Γιώργος τραβούσε με τόσα άλλα τα βλέμματα, που τα ρούχα του δεν έκαναν τόση διαφορά.
Haut Culture αλά Μαζώ
Όλα τα παραπάνω δεν είναι ξεχωριστά από την τελική του εικόνα, από το ντύσιμο που είχε στην καθημερινότητα του, στην τηλεόραση, στις πίστες, οπουδήποτε. Γιατί ο Μαζωνάκης δεν είχε μια επί σκηνής περσόνα, όπως αρκετοί καλλιτέχνες. Ήταν ίδιος πάνω και κάτω από τη σκηνή.
Κι όσο larger than life ήταν στη συμπεριφορά του, τόσο ήταν και στο ντύσιμό του. Του άρεσε το extreme είτε καθολικά είτε σε πολλές μικρές λεπτομέρειες. Ακόμα κι αν φορούσε ένα T-shirt με τζην βερμούδα, θα φορούσε φωσφοριζέ μπότες και διχτυωτό καλτσάκι όπως εδώ.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ήταν ένας άνθρωπος της εξτραβαγκάντσας ο Μαζωνάκης. Αναφέραμε πριν το Gucci Φόρεμα. Μοιάζει εκείνο το τραγούδι να ξεκλείδωσε τον Γιώργο, να άνοιξε το νέο κεφάλαιο της στυλιστικής του ζωής. Ο αλήτης από τα δυτικά προάστια με το γουναρικό, το μπαστούνι και το γυαλί, εξελίχθηκε στον τύπο που φορούσε όλα τα χρώματα, που είχε ολόσωμες φόρμες που του άρεσαν τα μεταξωτά πουκάμισα με φραμπαλά, του άρεσαν τα μοτίβα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το πληθωρικό του στυλ εκφραζόταν όχι μόνο στα ρούχα, μα και στα παπούτσια. Μπορούσες να τον δεις με bowling shoes, με tap shoes, με Opera Pumps, με Tassel Loafers που δεν είχαν μόνο τη διπλή φουντίτσα, αλλά 4-5.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο Μαζωνάκης φορούσε μοτίβα, animal prints, χρώματα, μπορούσες να τον δεις με τα πάντα στα πάντα. Μπορούσε να φορέσει μπλούζα πιτζάμας και φόρμα σε επίσημη εκδήλωση και να πάει βόλτα το σκυλί του με πουκάμισο και ψηλή λευκή κάλτσα. Μπορούσε να συνδυάσει εμπριμέ πουκάμισο με εμπριμέ γραβάτα και να είναι από πάνω μέχρι κάτω γεμάτος από λεπτομέρειες. Να είναι too much. Μπορούσε να φορέσει παραδοσιακές φορεσιές με βαμμένο ξανθό μαλλί ή έντονο βάψιμο στο πρόσωπο και να μην του πει κανείς τίποτα. Στα χέρια του θα έβλεπες σχεδόν πάντοτε ένα καλό ρολόι κι ένα χρυσό βραχιόλι. Βραχιόλι φορούσε και στο πόδι. Είχε σκουλαρίκια. Τα τελευταία χρόνια έβαφε πολύ συχνά τα νύχια του και όχι μονόχρωμα, αλλά ήταν κι εκεί στο μάξιμουμ.

Μαζωνάκης με τσαρούχι και Μαζωνάκης με κρητικό σαρίκι.
Δεν το έκανε για να το κάνει, ούτε για να δείξει κάποια ασέβεια. Ούτε τον ένοιαζε να κάνει κάποιο statement. Ήταν απλά αυτός. Κι αυτό το επέβαλλε με την ηρεμία του στον κόσμο. Όσο «φώναζαν» τα ρούχα του, τόσο χαμηλά σε ένταση ήταν η φωνή του. Διακριτικά τολμηρός. Το παιδί από τη Νίκαια που είχε στο αίμα του τη λαϊκότητα, μια ελαφρολαϊκότητα θα λέγαμε, την πήρε και την παρουσίασε με ένα φανταχτερό ένδυμα.
Κι όλο αυτό δεν ήταν τρας γιατί ο Μαζωνάκης δεν έκανε τον περισπούδαστο. Ανήκε σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που είναι ο Λάκης Γαβαλάς, ο Κραουνάκης και άλλοι τέτοιοι χαρακτήρες, που σάρκαζαν τον εαυτό τους, ώστε το «πολύ» τους ντύσιμο να μοιάζει ακόμα και λιτό.

Αγαπούσε τα bold παπούτσια.
Ο καθολικός Μαζωνάκης και το Μαζωνακίζειν Εστί Φιλοσοφείν
Όλος αυτός ο επιβλητικός χαρακτήρας που δεν γινόταν επί τούτου, έκανε τον Μαζωνάκη αγαπητό. Η μουσική του ήταν ιδιαίτερη, προστακτική συχνά και συνδεόταν με το ντύσιμό του. Κι έκανε ακόμα και αυτούς που έβγαζαν φλύκταινες με τα λαϊκά και τα μπουζούκια, να θέλουν να δουν έστω για μια φορά το θέαμα του Μαζώ στη σκηνή. Το είχε αντιληφθεί κι ο ίδιος, όπως είχε ομολογήσει σε μια συνέντευξή του στον Παναγιώτη Μένεγο στο Oneman.
«Είμαι συνηθισμένος εδώ και πολλά χρόνια να με σταματάει ο κόσμος και να μου λέει “εγώ ελληνικά δε γουστάρω, αλλά Μαζωνάκη ακούω”. De facto αυτό. Είναι ο τρόπος που επικοινωνώ μαζί τους, είναι ίσως ότι -ακόμα κι αν δεν έχουν έρθει να με δουν- κάπου έχουν πετύχει τα live μου στο ίντερνετ ή την τηλεόραση, είναι κι ότι με έβλεπαν στα δικά τους μέρη αφού πήγαινα πολύ συχνά στα κλαμπ να ακούσω ξένους DJs (τις εποχές που το clubbing ήταν καθημερινή υπόθεση), είναι φυσικά και οι συνεργασίες που έχω κάνει. Πιστεύω ότι και η αισθητική που εκπέμπω, το πώς θα ντυθώ ή θα μιλήσω, το οποίο ξεκινάει, βέβαια, από τη μουσική, τους μιλάει επίσης. Εγώ από μικρός ήθελα να μεγαλώσω, και τώρα που είμαι μεγάλος (σ.σ. γελάει) η νεότερη γενιά με θεωρεί δικό της. Ίσως, τους αρέσει να ακούνε και ιστορίες από πιο dark εποχές, είναι ένας μύθος κι αυτός που μάλλον με κάνει πιο άμεσο και με φέρνει κοντά τους».
Σε κάθε του πτυχή, ο Μαζωνάκης ήταν ένας κομψός εξτρεμιστής του στυλ. Ο αλλιώτικος χαρακτήρας του αποτυπώνεται και σε κάτι άλλο. Μπείτε στο προφίλ του στο Instagram και βρείτε μου πότε έκανε εμπορικό post. Εγώ δε βρήκα. Έφτασα μέχρι το 2021 και μετά κουράστηκα. Πιθανώς και να μην έκανε ποτέ. Δεν εξέθεσε την εικόνα του για χάρη κανενός brand. Τα λεφτά από τα τραγούδια και τις εμφανίσεις ήταν αρκετά για να ζήσει μια ωραία ζωή.
Σεβάστηκε τον κόσμο του με ό,τι τρόπο διέθετε. Κι ήταν απλός. Η ψυχή του ήταν απλή σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Ίσως γι’ αυτό το ντύσιμό του ήταν της υπερβολής. Για να κρύψει την απλότητα, την παιδικότητα της ψυχής του.
Και γι’ αυτό έγινε και αρχηγός αίρεσης. Η αίρεση του «Όσο Ζω Μαζώ». Το έκανε hashtag, το πατένταρε, έγινε ό,τι ο The Dude στο Big Lebowski. Εκεί είχαμε το The Duderism, εδώ έχουμε τον Μαζωνακισμό.
Πια, δεν είναι μόνο «Όσο Ζω Μαζώ». Είναι και «Μαζώ ακόμα κι όταν δε θα ζω»!




