Το πικάπ που άντεξε νύχτες και νύχτες με κάπνα, στάχτη, υγρασία, ιδρώτα, σκόνη και περιχυμένα ποτά πάνω του, και αυτή η ανθεκτικότητα είναι που έδωσε στα MK2 τη διαχρονικότητά τους στον κόσμο του clubbing και τα πόθησε κάθε dj.

Παρά την ψηφιακή λαίλαπα των τελευταίων ετών, μια αντίρροπη τάση επιστροφής προς τον αναλογικό ήχο κερδίζει όλο και περισσότερο απ’ το χαμένο έδαφος. Πίσω απ’ την αίγλη του αναλογικού κρύβονται οι απόπειρες για τη δημιουργία μουσικών κοινοτήτων αποτελούμενων από ένα εκλεπτυσμένο και απαιτητικό κοινό.

Η αρχή έγινε με την επάνοδο της αγοράς βινυλίου και συμπαρέσυρε μια σειρά εξελίξεων στους χώρους της μουσικής κουλτούρας.

Δισκάδικα άρχισαν να ξεφυτρώνουν ξανά, που δεν περιορίζουν τον ρόλο τους σε αυτόν του «δισκοπωλείου», αλλά διοργανώνουν μπαζάρ βινυλίου, radio shows και record days, και καλούν DJs για να παίξουν ως guests, με τον όρο το set τους να είναι «χτισμένο» στο πικάπ.


Διαβάστε ακόμη: Και όμως, η κιτσάτη πλαστική καρέκλα είναι πλέον ένα design classic


Δεν υπάρχει dj που να μην το θέλει, αλλά δεν κατασκευάζεται πια: Το πικάπ-θρύλος της μουσικής

Τα listening bars έχουν σαν σκεπτικό την επαναφορά του καθαρού αναλογικού ήχου στους χώρους κοινωνικής συναναστροφής, με το πικάπ να γίνεται ο μαγνήτης που φέρνει πιο κοντά τους λάτρεις της υψηλής πιστότητας ήχου. Photo: Rianne Menardi Morrison

Συν τοις άλλοις, ένα νέο trend, που έλκει την καταγωγή του απ’ το Τόκιο και εξαπλώνεται στην εστίαση αρκετών ευρωπαϊκών πόλεων, είναι τα listening bars, τα οποία λειτουργούν ως κοκτεϊλάδικα ή εστιατόρια, με την επισήμανση όμως ότι η ατμόσφαιρά τους έχει φτιαχτεί πρωτίστως για να ακούς μουσική, αφού πάντα υπάρχει ένας selector πίσω απ’ το booth να παίζει ένα μουσικό session αποκλειστικά με βινύλια. Στο ίδιο μήκος κύματος, τα μεγάλα φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής διαφημίζουν ορισμένα απ’ τα stages που φιλοξενούν ως «strictly-vinyl».

Φυσικά, σ’ αυτήν την έξαρση της ακουστικής κουλτούρας αναλογικού ήχου ή της αναβίωσης των πάλαι-ποτέ έξαλλων parties, κομβικό ρόλο παίζει και ένα αλησμόνητο πικάπ: το SL-1200 MK2 της Technics.

Και υπάρχουν λόγοι που συμβαίνει αυτό.

Η πραγματική καινοτομία στην κατασκευή του MK2 οφείλεται στο ότι το πικάπ δεν περιστρέφει τον δίσκο με ιμάντα, αλλά με μαγνήτη.

Οι πρωτοποριακές λειτουργίες του SL1200 MK2 δημιούργησαν ένα ολόκληρο κίνημα «πικαπισμού» και επέτρεψαν στους DJs να κάνουν πρακτική ανασύνθεση ήχου μέσω της χειροκίνητης κίνησης των δίσκων στο πικάπ.

Δεν χάνει ποτέ το beatmatch

Η πραγματική καινοτομία στην κατασκευή του MK2 οφείλεται στο ότι το πικάπ δεν περιστρέφει τον δίσκο με ιμάντα, αλλά με μαγνήτη. Το αποτέλεσμα είναι αφενός να μην χάνει ταχύτητα στο σκρατσάρισμα και στο μιξάρισμα, αφετέρου να μην κινδυνεύει να αναπηδήσει το βινύλιο πάνω στο πικάπ.

H direct-drive τεχνολογία μειώνει το flutter στο ελάχιστο και λύνει το βασικότερο πρόβλημα του DJ: τις «αλλαγές» από ένα μουσικό κομμάτι στο επόμενο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δύο κομμάτια μπορούν να «κουμπώσουν» σε σταθερά bpm [beats per minute], ώστε να αναλάβει ο μίκτης τις ρυθμίσεις σε πρίμα, μεσαία και μπάσα για να ολοκληρωθεί μια ήπια μετάβαση από το ένα κομμάτι στο άλλο.

To DMC World DJ Championship, ένα διαγωνιστικό γεγονός «ορόσημο» για την hip-hop μουσική, είχε εξαρχής στο πλευρό του την Technics ως τον βασικότερο σπόνσορα. Photo: Decoded Magazine

Το MK2 ως μουσικό όργανο

H επανάσταση της Technics μετέτρεψε το τέκνο της, το MK2, από ένα τυπικό δισκόφωνο σε μουσικό όργανο. Καταρχάς, το MK2 διαθέτει αποσπώμενη βελόνα, οπότε δίνει την επιλογή να τοποθετήσεις μια καλύτερη και πιο «ευαίσθητη» βελόνα απ’ την εργοστασιακή, και να αναβαθμίσεις τον ήχο. Μπορείς επίσης να ρυθμίσεις το βάρος του βραχίονα και τη φορά.

Βέβαια, το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι πως το MK2 δεν είναι απλώς ένα μηχάνημα που βάζεις δίσκους. Όταν ένα MK2 ζευγαρώσει με ένα ακόμα MK2 έχεις ένα μικρό στούντιο. Μπορείς να συγχρονίσεις δύο κομμάτια να παίζουν παράλληλα, και με τη χρήση του μίκτη να παράξεις ζωντανά νέο ήχο.

Μεγάλο ρόλο σε αυτή την εξέλιξη του djing έπαιξε ο ρυθμιστής ταχύτητας που πλάσαρε στα 80s η Technics ως καινούργια λειτουργία τότε στα πικάπ. Μετά το MK2, ένας δίσκος δεν περιστρέφεται αποκλειστικά σε 33, 45 ή 78 στροφές. O pitch fader που διαθέτει το πικάπ επιτρέπει σε ένα μουσικό κομμάτι να παίξει μέχρι +-10 bpm χωρίς να αλλάξει η τονικότητά του.

Ο disc jockey απέκτησε τη δυνατότητα να «ματσάρει» τις ταχύτητες από δύο μουσικά κομμάτια, τα οποία με τη σειρά τους δεν θα χάνουν κάθε λίγα δευτερόλεπτα τον συγχρονισμό τους.

Στα ’90s και ’00s, ο Jeff Mills στεκόταν μπροστά σε τέσσερα Technics SL1200 MK2 και ύφαινε ζωντανά τον παλμό της Detroit techno.

Κάθε DJ το θεωρεί το ΜΚ2 τον «παγκόσμιο κανόνα» στα πικάπ

Οι νέες λειτουργίες που έφερε η Technics στη χρήση του πικάπ μέσω του ΜΚ2 υπήρξαν καταλύτης στην εξέλιξη της κουλτούρας του clubbing.

Ο disc jockey απέκτησε τη δυνατότητα να «ματσάρει» τις ταχύτητες από δύο μουσικά κομμάτια, τα οποία με τη σειρά τους δεν θα χάνουν κάθε λίγα δευτερόλεπτα τον συγχρονισμό τους. Δεν είναι αναγκασμένος άλλο πια να έχει μονίμως τον νου του στις διορθώσεις του sync, τα χέρια του απελευθερώνονται και η έμφαση αρχίζει να δίνεται στο μιξάρισμα και στη ροή ολόκληρου του μουσικού set.

Με την έλευση των MK2 στα decks των νυχτερινών κέντρων, η σημασία του clubbing έπαψε να είναι απλώς μια βραδινή έξοδος για να ακούσεις ηχογραφημένα μουσικά κομμάτια. Ο DJ μπορούσε πλέον να προσφέρει μια live εμπειρία. Γι’ αυτό και σταδιακά έγιναν ο κανόνας. Επειδή, θέτοντας τον DJ στο επίκεντρο της βραδιάς, ανέδειξαν τις ικανότητές του να δημιουργεί μια ολόκληρη μουσική ατμόσφαιρα μέσα στο club.

Δεν υπάρχει dj που να μην το θέλει, αλλά δεν κατασκευάζεται πια: Το πικάπ-θρύλος της μουσικής

Ως ιαπωνική κατασκευή, ιδιαίτερα τα μοντέλα της δεκαετία του ’80, τα SL1200 MK2 της Technics είχαν τη φήμη της «υπερβολικής ποιότητας».

Η στιβαρή κατασκευή του το καθιστά σχεδόν άφθαρτο

Όχι, κάτι τέτοιο δεν λέγεται με όρους μάρκετινγκ. Η κατασκευαστική ανθετικότητα των MK2 είναι ένα γεγονός που έχει αποδείξει την εγκυρότητά τους σε πάμπολλα dancefloors όλα αυτά τα χρόνια. Άλλωστε, όταν θέλουμε να μιλήσουμε για νυχτερινό ξεφάντωμα και γνήσια πάρτυ ηλεκτρονικής μουσικής, το μυαλό μας πάντα πάει σε εικόνες γεμάτες με ιδρώτα και κάπνα, στάχτη και σκόνη, εκστασιασμένα κορμιά να περιχύνουν το αλκοόλ στα τραπέζια και στα πατώματα.

Υπό τέτοιες «αντίξοες» συνθήκες, το πικάπ θα πρέπει να αντέξει όλη νύχτα. Και τα ΜΚ2 πάντα έφερναν την αποστολή εις πέρας, ορίζοντας όλη τη χρυσή εποχή του clubbing. Αλλά, ακόμα και αν συμβεί κάποιο ατύχημα, η σχετικά απλή κατασκευή των συγκεκριμένων πικάπ, πέρα από σύμβολο «αισθητικού μινιμαλισμού», βοηθάει επίσης στην εύκολη επισκευή τους, καθώς δεν διαθέτει εξεζητημένα ανταλλακτικά.

Το εύρος των τιμών του ΜΚ2 κυμαίνεται μεταξύ 600 – 900 ευρώ, ενώ ακόμα υψηλότερες είναι για καλά συντηρημένα (“near mint”) ή για συλλεκτικά κομμάτια.
Δεν υπάρχει dj που να μην το θέλει, αλλά δεν κατασκευάζεται πια: Το πικάπ-θρύλος της μουσικής

Με εντελώς πρακτική γεωμετρία στην κατασκευή του και ευκολία στη χρήση, αυτή η λογική τού «function over form» έδωσε με τα χρόνια στο MK2 την όψη του αισθητικού μινιμαλισμού.

Είναι περιζήτητο και με μεταπωλητική αξία

Το γεγονός ότι τα SL-1200 MK2 της Technics κρατάνε για πάντα, το μαρτυρά όχι μόνο η ανθεκτική κατασκευή τους, αλλά και ένα άλλο δεδομένο: η ανάπτυξη μιας ολόκληρης second-hand αγοράς για το συγκεκριμένο μοντέλο, καθιστώντας την απόκτησή του κάτι σαν εύρεση ενός κρυμμένου θησαυρού.

Γενικότερα, η παραγωγή του ΜΚ2 ξεκίνησε το 1979 και σταμάτησε οριστικά γύρω στο 2010, όταν η Panasonic (η μητρική εταιρεία της Technics) διέκοψε τη σειρά SL-1200 λόγω πτώσης της ζήτησης και αύξησης του κόστους παραγωγής. Παρ’ όλο που προσπάθησε η Technics να λανσάρει νέα μοντέλα, όπως το MK5 και το MK7, οι περισσότεροι DJs διαμαρτύρονταν ότι κανένα μεταγενέστερο πικάπ δεν δημιουργούσε την ίδια αίσθηση στη χρήση του με την απλότητα του ΜΚ2.

Έτσι, το περίφημο πλέον SL-1200 MK2, μακράν του να καταρρεύσει, αύξησε την αξία του. Λόγω της γενικής συναίνεσης ότι το εν λόγω πικάπ είναι o standard επαγγελματικός εξοπλισμός για κάθε DJ, η αγορά μεταχειρισμένων MK2 εκτινάχθηκε τα τελευταία χρόνια. Ένα ολόκληρο οικοσύστημα αγοραπωλησιών εμφανίστηκε, συμπαρασύροντας και άλλες υπηρεσίες όπως η προσφορά ανταλλακτικών ή η ανακατασκευή ενός πικάπ από εξειδικευμένους τεχνικούς.

Το εύρος των τιμών του ΜΚ2 κυμαίνεται μεταξύ 600 – 900 ευρώ, ενώ ακόμα υψηλότερες είναι για καλά συντηρημένα (“near mint”) ή για συλλεκτικά κομμάτια, όπου μπορεί να δει κανείς να ξεπερνούν τα 1.500 ευρώ. Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την αγορά έχουν τα μοντέλα ΜΚ2 της δεκαετίας του ’80, κυρίως επειδή κατασκευάζονταν εξ ολοκλήρου στην Ιαπωνία, σε μια περίοδο που η Technics είχε τη φήμη της «υπερβολικής» ποιότητας. Πολλοί DJs και τεχνικοί υποστηρίζουν ότι αυτά τα μοντέλα έχουν πιο ανθεκτικά υλικά, καλύτερη συναρμογή και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής σε σύγκριση με μεταγενέστερες παρτίδες.

Δεν υπάρχει dj που να μην το θέλει, αλλά δεν κατασκευάζεται πια: Το πικάπ-θρύλος της μουσικής

Μπορεί πλέον να εμπιστεύεται τη νέα σειρά των MK7, όμως ο “Papa” Sven Väth είναι κλασικός ambassador των MK2, σε εποχές που μεσουρανούσε πάνω στα decks των μεγάλων night clubs του Βερολίνου και της Ίμπιζα.

O βασιλιάς των DJ sets

Η συσσωρευμένη εμπιστοσύνη δεκαετιών σε συνθήκες έξαλλης νυχτερινής διασκέδασης έκανε το MK2 της Technics να είναι η κλασική επιλογή στην κουλτούρα του clubbing. Πρόκειται για δοκιμασμένη επένδυση και σημείο αναφοράς, ακόμα και στις μέρες μας, στον κόσμο της ψηφιακής ευκολίας όπου ένας εκκολαπτόμενος DJ έχει άπειρο εξοπλισμό για να στήσει τη ροή ενός σετ.

Πάνω στο booth σήμερα θα βρει κανείς σιντιέρες με αυτόματο συγχρονισμό των BMP μεταξύ μουσικών κομματιών, δίχως να απαιτούνται δεξιότητες στο beatmaching. Θα βρει επίσης controllers με ειδικά φίλτρα που τροποποιούν τον ήχο και κάνουν το μιξάρισμα μια αυτοματοποιημένη διεργασία, USB στικάκι που χωράει χιλιάδες κομμάτια, λάπτοπ με all-in-one λογισμικά προγράμματα όπως το Traktor ή το Virtual DJ, ένα ολόκληρο οπλοστάσιο με εφέ και λούπες.

Κι όμως… Απ’ τις φτωχογειτονιές του Μπρονξ και τους νεοϋορκέζους MCs του Paradise Garage, μέχρι τον Jeff Mills, τον Sven Vath και άλλους θρύλους της ηλεκτρονικής μουσικής, όλοι ξέρουν ότι τα καλύτερα DJ sets το μόνο που χρειάζονται είναι ένα ζευγάρι Technics SL-1200 MK2, έναν δικάναλο μίκτη ανάμεσα, και μια τσάντα γεμάτη με βινύλια που τα κομμάτια τους δεν κυκλοφορούν σε ηλεκτρονική μορφή.

 

Διαβάστε ακόμη: Μια φωτογραφική μηχανή που ξεπέρασε την ύλη της και έγινε μύθος

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top