
Με τη διάσημη μεσόφωνο Ελένη Νικολαΐδη, σύζυγο του αδερφού του Θάνου, στην Αμερική.
Υπήρξε μια εποχή που οι συγγραφείς και οι δημοσιογράφοι ήταν σεπτά μέλη της ελληνικής κοινωνίας. Έχαιραν της εκτίμησης των αναγνωστών, αναγνωρίζονταν στο δρόμο όταν περπατούσαν και ήταν εκείνοι που με τα γραπτά τους έδιναν το στίγμα της εποχής. Ίσως τότε (αρχές του 20ου αιώνα και κάποιες δεκαετίες στη συνέχεια) η ελληνική κοινωνία ήταν λιγότερο τραυματισμένη από την ασθένεια της καχυποψίας. Ίσως, πάλι, οι γραφιάδες δεν ήταν τόσοι πολλοί, επομένως το επάγγελμά τους είχε κάποια σημασία.
Προφανώς και οι τότε εκπρόσωποι του γραπτού λόγου να ήσαν ως προσωπικότητες πιο σημαντικές από τις σημερινές. Μια τέτοια περίπτωση ανδρός που ο λόγος του και η φυσική παρουσία τυ δημιουργούσαν την διόλου σφαλερή αίσθηση της σπουδαιότητας, ήταν ο Ηλίας Βενέζης, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Ηλίας Μέλλος, όπως ήταν το πατρικό επώνυμο (Βενέζης ήταν το επώνυμο του παππού του, το οποίο υιοθέτησε ως φιλολογικό ψευδώνυμο).
Υπήρξε γόνος μια ευκατάστατης οικογένειας που του δίδαξε ύφος, καλούς τρόπους και του πρόσφερε μια εδραία μόρφωση. Ο Βενέζης ως συγγραφέας κατατάσσεται δικαίως ανέμεσα στους σημαντικούς της γενιάς του ’30, αλλά και ως φυσιογνωμία ήταν άνθρωπος που σου ενέπνεε τον σεβασμό. Από μικρός έμαθε να φοράει κοστούμι, γραβάτα, κολαρισμένο πουκάμισο, να προσέχει ακόμη και την κόμη του. Ίδιον μιας γενιάς που ταύτισε το καλό ντύσιμο με την ευγένεια των τρόπων και την καλλιέργεια.
Χαρακτηριστικό ήταν πάντα τα στρογγυλά γυαλιά του, οι πίπες που χρησιμοποιούσε για το τσιγάρο του και ο Parker στυλογράφος του. Κι όλα αυτά για έναν άνθρωπο που βίωσε τον ξεριζωμό στο πετσί του. Από τα μικρά του, ακολούθησε τις περιπέτειες του μικρασιατικού ελληνισμού και ήταν αυτές που ενέπνευσαν το έργο του. Μυθιστορήματα όπως «Το Νούμερο 31328» (1931), «Γαλήνη» (1939) και «Αιολική Γη» (1943) δείχνει το λογοτεχνικό εύρος του Βενέζη, αλλά και τη ματιά του για το πώς ο άνθρωπος πρέπει να καρτερεί, να πιστεύει και να ακολουθεί πιστά έναν ηθικό κώδικα ακόμη και στς πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του.
Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1904 στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας. Για το έτος της γέννησής του η νεότερη έρευνα έχει αποδείξει, με βάση τη ληξιαρχική πράξη του θανάτου του, ότι είχε γεννηθεί το 1898. Σίγουρα, πάντως, γεννήθηκε μέσα σε ταραγμένους καιρούς. Ήταν ένα από τα επτά παιδιά του κτηματία Μιχαήλ Μέλλου, με καταγωγή από την Κεφαλλονιά και της Βασιλικής Μπιμπέλα, κόρης του μεγαλοτσιφλικά Γιαννακού Μπιμπέλα.
Όταν κηρύχθηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει στη Μυτιλήνη, τόπο καταγωγής της μητέρας του. Οι Τούρκοι είχαν ήδη αρχίσει τις διώξεις κατά των χριστιανών, επομένως δεν είχαν άλλη λύση από τη φυγή. Στη Μυτιλήνη ο Βενέζης πέρασε τα πρώτα γυμνασιακά του χρόνια με σκληρές στερήσεις, σπουδάζοντας την ημέρα και εργαζόμενος τη νύχτα.

Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το Αϊβαλί, τον συνέλαβαν μαζί με άλλους 3.000 Έλληνες και τον οδήγησαν αιχμάλωτο στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας για να εργασθεί στα διαβόητα «Τάγματα Εργασίας».
Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στο Αϊβαλί και άρχισε να μελετά ανώτερα μαθηματικά για να σπουδάσει μηχανικός στη Γαλλία. Και πάλι, όμως, η ταραγμένη ιστορία των καιρών του, θα ανακόψει τα όνειρά του. Η Μικρασιατική Καταστροφή και η έξοδος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας θα φέρουν μια σειρά σημαντικών γεοπολιτικών αλλαγών. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το Αϊβαλί, τον συνέλαβαν μαζί με άλλους 3.000 Έλληνες και τον οδήγησαν αιχμάλωτο στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας για να εργασθεί στα διαβόητα «Τάγματα Εργασίας».
Το βιβλίο του «Το Νούμερο 31328», που εκδόθηκε το 1931, είναι η αποτύπωση των 14 βασανιστικών μηνών σε εκείνο το στρατόπεδο. Το νούμερο του τίτλου ήταν ο αριθμός με τον οποίο ήταν καταχωρημένος στα «Τάγματα Εργασίας». Οι απάνθρωπες συνθήκες της αιχμαλωσίας (ήταν ένας από τους μόλις 23 συμπολίτες του που επέζησαν) και ο ξεριζωμός από την αγαπημένη του πατρίδα, θα καθορίσουν εν πολλοίς το εμτέπειτα έργο του. Ήταν μια εμπειρία που θα τον ακολουθεί όλα τα χρόνια της ζωής του.
Καταφέρνει να διασωθεί και καταφεύγει στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκε και άρχισε να εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα. Εκεί γνωρίστηκε με τον Στράτη Μυριβήλη και την ομάδα των λογοτεχνών και καλλιτεχνών του νησιού, τη γνωστή με την ονομασία «Λεσβιακή Άνοιξη». Το 1930 μετατάχθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος και το 1932 πήρε μετάθεση για το Κεντρικό Κατάστημα της Αθήνας, όπου υπηρέτησε ως το 1957 και συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Υποδιευθυντή.
Η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα καταγράφηκε το 1928, όταν σε ηλικία 24 ετών βραβεύτηκε σε έναν διαγωνισμό διηγήματος του σεπτού περιοδικού «Νέα Εστία». Το διηγήματά του είχε τίτλο «Ο θάνατος». Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε στη Μυτιλήνη το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Ο Μανώλης Λέκκας και άλλα διηγήματα», το οποίο έτυχε θετικής υποδοχής από τους τότε κριτικούς λογοτεχνίας του αθηναϊκού Τύπου.
Το 1938 παντρεύτηκε τη Σταυρίτσα Μολυβιάτη με καταγωγή από το Αϊβαλί, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Άννα. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Γαλήνη». Ακόμη και σήμερα το συγκεκριμένο βιβλίο τοποθετείται στα σημαντικά, καθώς αποτυπώνει τη δύσκολη εγκατάσταση των προσφύγων στη μητέρα Ελλάδα. Για τη «Γαλήνη» τιμήθηκε το 1940 με το Α’ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών.
Η ζωή του Βενέζη, όμως, δεν ακολούθησε ήρεμες ατραπούς στη συνέχεια. Ήταν, φαίνεται, της μοίρας του γραφτό να αντιμετωπίζει πάντα διώξεις. Στις 28 Οκτωβρίου 1943 οι υπάλληλοι της Τράπεζας της Ελλάδας είχαν συγκεντρωθεί στη μεγάλη αίθουσα του κτιρίου για να τιμήσουν την επέτειο του «ΟΧΙ», αλλά και τη μνήμη των συναδέλφων τους που έπεσαν μαχόμενοι. Οι Γερμανοί εισέβαλαν στην αίθουσα και συνέλαβαν τον διοικητή και μερικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και τον Βενέζη.
Τον απομόνωσαν στο «Μπλοκ C» των φυλακών Αβέρωφ και θα τον εκτελούσαν, αν δεν επενέβαινε συντονισμένα ο πνευματικός κόσμος της χώρας και ζητούσε την απελευθέρωσή του. Μια ακόμη έντονη εμπειρία θα του προσφέρει υλικό για το θεατρικό του έργο (το μοναδικό που έχει γράψει) «Μπλοκ C», που ανέβηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1945 από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Πέλου Κατσούλη και πρωταγωνιστές τον Θάνο Κωτσόπουλο και τον Ιορδάνη Μαρίνο.

Από αριστερά: Θράσος Καστανάκης, Στρατής Μυριβήλης, Αγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης, Ζάππειο 1933. Φωτογραφικό αρχείο Άννας Βενέζη-Κοσμετάτου.
Στα τέλη του 1943 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Αιολική Γη», το δημοφιλέστερο και περισσότερο μεταφρασμένο από τα έργα του Βενέζη. Το μυθιστόρημα αυτό, γραμμένο από την οπτική ενός μικρού παιδιού, αποτελεί έναν ύμνο για τον χαμένο παράδεισο των παιδικών του χρόνων και, ταυτόχρονα, ένα χρονικό του ελληνισμού της Μικράς Ασίας πριν από τον ξεριζωμό.
Από το 1946 χρονολογείται και η πρώτη μετάφραση βιβλίων του στο εξωτερικό, σε πολλές γλώσσες, που είχαν μεγάλη απήχηση. Στη μακρά λογοτεχνική του πορεία, ο Ηλίας Βενέζης δημοσίευσε συλλογές διηγημάτων, μυθιστορήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και ιστορικά έργα. Το 1958 συμμετείχε στο περιώνυμο «Μυθιστόρημα των 4», που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις» και το οποίο έγραψαν κατά σειρά ο Στράτης Μυριβήλης, ο Μ. Καραγάτσης, ο Άγγελος Τερζάκης και ο ίδιος.
Το 1948, εν μέσω Εμφυλίου Πολέμου, συμμετείχε στην ίδρυση της αντικομουνιστικής Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και τον επόμενο χρόνο με πρόσκληση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών περιόδευσε επί εξάμηνο στις ΗΠΑ, όπου έδωσε διαλέξεις και συνεντεύξεις.
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο συνεργάστηκε για πολλά χρόνια (1954-1970) με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) σε εκπομπές λόγου, ενώ υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου, της Λυρικής Σκηνής, της Κοινότητας Ευρωπαίων Συγγραφέων, της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και ιδρυτικό μέλος της λογοτεχνικής «Ομάδας των 12».
Τον Ιανουάριο του 1957 η Ακαδημία Αθηνών εξέλεξε τον Ηλία Βενέζη τακτικό μέλος της στην τάξη των Γραμμάτων και Καλών Τεχνών και το 1959 του απενεμήθη ο Ταξιάρχης του Τάγματος Γεωργίου Α. Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973, χτυυπημένος από τον καρκίνο του λάρυγγα, με τον οποίο είχε διαγνωστεί πριν από δύο χρόνια.
Διαβάστε ακόμα: To ιερατικό στυλ του Μάνου Κατράκη (1908-1984).




