Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξερα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν, οπού ηγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 1876. Ήμην ωραίος έφηβος, κι έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να... Περισσότερα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Όνειρο στο κύμα»
Μάννα μου, εγώμαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι, οπού το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει. Το δόλιο! όπου κι’ αν στραφή κι’ αφ’ όπου κι’ αν περάση δε βρίσκει πέτρα να σταθή, κλωνάρι να πλαγιάση. Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ’ αποδαρμένη μέσα σε πέλαγο... Περισσότερα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Προς την μητέρα μου»
[…] Ω, συγκλονίζομαι. Θωρώ εμπρός μια θαμπή μορφή. Α, τι γυρεύεις εδώ στου μαρτυρίου μου το κρεβάτι, μπρε Γιαννού; Δεν ομιλείς; Ήρθες, φαίνεται, για να με κρίνεις! –Εσύ φταις, το κρίμα όλο δικό σου, Αλέξανδρε. –Είπα να το συλλογιστείς, Γιαννού, δεν είπα να το πράξεις.... Περισσότερα
Θωμάς Κοροβίνης: «Η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου»
Button to top