Πώς να δεχτείς ως άντρας την απιστία της γυναίκας σου;

    Να γίνεις ένας Σαρλ Μποβαρύ ή να γίνεις ένας ήρωας του Άλμπι και να... φας τις σάρκες της; Πρέπει να θυμόμαστε πάντα πως το δικαίωμα στην απιστία δεν είναι προνόμιο μόνο του άντρα.

     

    Και τώρα που επέλεξε άλλον τι κάνουμε;

    Ω άντρες, ποια ανίερη μοίρα σάς όρισε να το ζήσετε κι αυτό; Σκεφτείτε μόνο πως δεν είστε μόνοι, άλλωστε κανένας άντρας δεν είναι νησί. Πριν από εσάς κάποιος άλλος εξέπεσε από τον συζυγικό βωμό και μετά από εσάς, πάλι, κάποιος δύστηνος θα βρεθεί μπρος στο αναπόφευκτο. Οι γυναίκες αποχωρούν (καμιά φορά) σαν τα τρένα σε παλιούς ξεχασμένους σταθμούς. Μένει πίσω ο σταθμάρχης να κοιτάζει τον ανορθωμένο καπνό.

    Η αναγκαία ισορροπία της ζωής: για κάθε ευτυχισμένο άντρα υπάρχει ένας αντίρροπος Σαρλ Μποβαρύ. Ναι, ο αδέξιος, ντροπαλός και ολίγον αδιάφορος ανήρ που δεν έχει τις δυνάμεις ή την ικανότητα να γίνει το αντιμάμαλο στο επιθετικό κύμα μιας κάποιας Έμμα.

    Θεωρούμε πως το βασιλικό προνόμιο της απιστίας ανήκει εξ αντικειμένου στον άντρα. Πως η δική του, δήθεν, πολυγαμική φύση είναι εκείνη που τον οδηγεί πλησίστιο σε άλλα λιμάνια και σε ξένες αγκαλιές. Πως η μορφολογία του προτεταμένου του μέλους, ο σκαμπρόζικος χαρακτήρας του αρματωμένου μορίου του, ευθύνεται για τις τυχόν ατασθαλίες του.

    Προσοχή: μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε. Πολύ περισσότερο σε εκείνον που πιστεύει πως δεν πρόκειται να του συμβεί.

    Οσο συγκλίνουμε στην ουσία του πράγματος (μήπως να πούμε του τραύματος της καθολικότητας σε μια σχέση;) τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια δίκαιη μοιρασιά από τη φύση, αλλά και ένα νόμιμο δικαίωμα από την κοινωνία – τουλάχιστον τη σημερινή. Τουτέστιν: κέρατον έδωκεν, κέρατον μπορείς να λάβεις.

    Στο εξαίρετο «Πίστομα» του Θεοτόκη, ο αντάρτης Αντώνης Κουκουλιώτης, ο βασικός του ήρωας, κατεβαίνει έπειτα από χρόνια από τα βουνά και πηγαίνοντας στο σπίτι του διαπιστώνει πως η γυναίκα του όχι μόνο δεν του στάθηκε πιστή, αλλά έκανε και παιδί με τον εραστή της. Η τιμή ξεπλένεται με αίμα, εν προκειμένω, όμως αυτή δεν είναι μια λύση που θα μπορούσε να προτείνει κανείς δημόσια. Αλλιώς οι δρόμοι θα ήταν σπαρμένοι με θύματα ενός ακήρυχτου ερωτικού πολέμου. Παράνομου, το δίχως άλλο.

    Στον «Εργένη» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, η γυναίκα του κάποια μέρα εξαφανίζεται. Πού πήγε; Με ποιον; Ο ήρωας περιφέρει το σαρκίο του μέσα στην πόλη ψάχνοντας το έτερον ήμισυ που έκανε φτερά. Χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του, πίνει μέχρι να σκάσει το συκώτι του, αδυνατεί να κατανοήσει πως χάθηκε το άλας της ζωής του εν μια νυκτί.

    Προσοχή: μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε. Πολύ περισσότερο σε εκείνον που πιστεύει πως δεν πρόκειται να του συμβεί. Θυμάμαι τη φράση που λέει μια ηρωίδα του Αντονι Τρόλοπ στο μυθιστόρημά του «Can you forgive her?»: «Τι πρέπει να κάνει μια γυναίκα με τη ζωή της;». Αναγκαία σημείωση: αν αυτά μπορούσαν να συμβούν στον μακρινό 19ο αιώνα, στην εποχή μας αποτελούν κοινό κτήμα. Κι όταν λέμε «κοινό» σημαίνει πως τα καινά δαιμόνια εισέρχονται σε κάθε σώμα για να το αποφορτίσουν από την αποπληξία του συζυγικού βίου.

    Σκεφτείτε τα ιψενικά τρίγωνα, τα δέκα ζευγάρια του Απντάικ και τα πάθη που τραβούν πάνω, τριγύρω και μακριά από τη συζυγική κλίνη στο μυθιστόρημά του «Couples». Σκεφτείτε την ερωτόπληκτη Λαίδα Τσάτερλυ, εντέλει, για να πάρετε μια ιδέα.

    Δεν συγκρίνεται η ρηχή επιθετικότητα του άντρα με την εμπεδωμένη λάβα της γυναίκας μπρος στο ανυποχώρητο της απιστίας. Εξ ου και ο άντρας, έπειτα από την πρόσκαιρη ατασθαλία του επιστρέφει ωσάν βρεγμένη γάτα στον σπιλωμένο οίκο, ενώ η γυναίκα ορίζει έναν ολότελα καινούργιο τόπο – τον απόλυτα καρδιακό. Ζει κάπου ενδιάμεσα, αρνείται να ξαναδεί τα πράγματα όπως ήταν πριν από την «έξοδο».

    Μην σκεφτείς πως ζώντας με μια γυναίκα ακινητοποιείς το χρόνο και τον περιβάλλοντα χώρο της.

    Στο ερώτημα τι κάνεις σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η απάντηση είναι σαν αυτόν που κοιτάζει από την άκρη ενός γκρεμού το χάος και μέσα του παραδέρνουν το δέος, ο φόβος και απορία για την απλοχωριά που έχει η θλίψη αυτού του παράξενου κόσμου.

    Μπορείς να φας τις σάρκες σου όπως κάνουν οι ήρωες του Άλμπι, μπορείς να αποδεχθείς το γεγονός και να συνδράμεις την τσακισμένη θηλυκή ψυχή (αυτό δεν κάνει, άλλωστε, ο καλότατος Σαρλ Μποβαρύ;), μπορείς να προσφέρεις τον οβολό σου στην τράπεζα της εκδίκησης με τα ίδια όπλα.

    Ποτέ, όμως, μην σκεφτείς πως ζώντας με μια γυναίκα ακινητοποιείς το χρόνο και τον περιβάλλοντα χώρο της. Δεν θα το καταφέρεις ποτέ. Το δικαίωμα της επιλογής, εντέλει, ανήκει πάντα σε εκείνη (το έλεγε, δεν το έλεγε ο Σοπενχάουερ;). Τι μένει; Να κάνεις το σταυρό σου ότι επέλεξε εσένα κι όχι κάποιον άλλον. Σε αντίθετη περίπτωση, φόρεσε τη στολή του σταθμάρχη και δες πώς ο καπνός του τρένου ολοένα ξεμακραίνει από το σταθμό. Στο τέλος θα χαθεί ολότελα από το οπτικό σου πεδίο. Πάει, έφυγε…

     

    Διαβάστε ακόμα: Πώς μιλάει βρόμικα ένας τζέντλεμαν.

     

     

     

    x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

    Button to top

    Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

    The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

    Close