
Ο Αλέν Ντελόν στην ταινία Purple Noon είναι σε ένα σκάφος στη θάλασσα και προσπαθεί να το κουμαντάρει κόντρα στα κύματα. Αυτή είναι η εικόνα της ζωής του.
Ήταν 18 Αυγούστου του 2024 όταν ο Αλέν Ντελόν πέθαινε σε ηλικία 88 ετών. Η τελευταία 10ετία της ζωής του ήταν γεμάτη από δυσκολίες, από οικογενειακές έριδες και από δικαιολογημένη κριτική για τις απόψεις που εξέφραζε και για τη σχέση του με τους Λε Πεν. Από την άλλη, δεχόταν αρκετές φορές το… χειροκρότημα για την αγάπη του για τα αδέσποτα και για το ότι στήριζε διαρκώς οργανισμούς με αυτό το αντικείμενο υπηρεσίας. Αυτά τα αναφέρουμε γιατί συχνά τείνουμε να σβήνουμε μονοκοντυλιά οτιδήποτε έχει προηγηθεί στη ζωή ενός ανθρώπου και να τον κρίνουμε ολοκληρωτικά από ένα διάστημα της ζωής του, από μια πράξη, μια άποψη -πάντοτε, εφόσον δε μιλάμε για πράξεις ανεπανόρθωτες ή απόψεις απόλυτα μισανθρωπικές.
Και, φυσικά, δεν είμαστε ποτέ σε θέση να γνωρίζουμε τι έχει βιώσει ο κάθε άνθρωπος, τι τραύματα κουβαλάει, πώς τον διαμόρφωσαν στο σήμερα. Και ο Αλέν Ντελόν κουβαλούσε ένα από τα 2-3 μεγαλύτερα τραύματα που μπορεί να έχει ο άνθρωπος, το μεγαλύτερο της παιδικής ηλικίας: την απόρριψη από τους γονείς του.
Γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1935 και μέχρι το 1939 ήταν ένα παιδί χαρούμενο, ένα παιδί που ζούσε φυσιολογικά. Στα 4 του όμως, οι γονείς του χώρισαν και δη με τσακωμούς και συγκρούσεις. Αυτό ήταν ένα πρώτο πολύ μεγάλο κρακ στη ζωή του. Αλλά δεν είναι λίγοι όσοι έχουν αντέξει κάτι τέτοιο, ακόμα και στην τότε εποχή, στα μέσα σχεδόν του 20ου αιώνα. Άλλωστε, θα ξεκινούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που κάπως άλλαζε την οπτική των καθημερινών πραγμάτων στους ανθρώπους.
Τα χειρότερα ήρθαν μετά το διαζύγιο και κράτησαν μέχρι πολύ μετά, μέχρι την ηλικία των 21 ετών. Για ένα διάστημα, ο Αλέν Ντελόν πήγε και έμεινε σε μια οικογένεια, τους Νερό, σαν σε υιοθεσία. Ο θετός πατέρας, ο Νερό, ήταν φύλακας στις φυλακές Fresnes και ο Ντελόν είχε περάσει στιγμές εκεί, είχε γίνει ως και ακροατής εκτελέσεων. Το 1946, οι γονείς του πήραν από κοινού την κηδεμονία του και έμενε πότε με τον πατέρα του, πότε με τη μητέρα του. Σε αυτά τα 7 χρόνια, είχαν βρει και οι δύο νέους συντρόφους και είχαν κάνει παιδιά. Ο Αλέν Ντελόν μάλλον τους θύμιζε πολύ τον άλλον και δεν τον ήθελαν, δεν τον αγάπησαν από ένα σημείο και μετά.
Με τα χίλια ζόρια κατέληξε να μένει μόνιμα με τη μητέρα του και τον σύντροφό της, με την προϋπόθεση να τον βοηθάει στο χασάπικό του ως παραγιός. Έκανε για μερικά χρόνια αυτή τη δουλειά, στο μεσοδιάστημα τον είχαν διώξει διάφορα σχολεία και το 1952, σε ηλικία 17 ετών, παίρνει την απόφαση να καταταγεί στον στρατό και να πάει να πολεμήσει στην Ινδοκίνα, στο Βιετνάμ, όπου η Γαλλία πολεμούσε τις δυνάμεις του Χο Τσι Μινχ. Εκεί έκατσε ως το 1956. Και, σε αντίθεση με το προσδοκώμενο, δε γύρισε με ανεπανόρθωτο τραύμα από εκεί. Αντιθέτως, ένιωσε γεμάτος, ευτυχισμένος. Σε έναν πόλεμο. Ίσως γιατί πίσω του είχε αφήσει ένα δικό του ανεπανόρθωτο τραύμα.

Ο Αλέν Ντελόν δεν είχε τίποτα να αφήσει ως κοσμοθεωρία. Γιατί τα είχε ζήσει όλα και τίποτα από αυτά δεν ήταν «για τη μέση», δεν ήταν για να το μοιραστεί, να το μεταλαμπαδεύσει.
Ο Αλέν Ντελόν δεν υποδυόταν, αλλά επανέφερε στη μνήμη
«Ήμουν πολύ χαρούμενος εκεί. Έπρεπε να φύγω για λόγους οικογενειακούς, γιατί δεν ήμουν χαρούμενος με την οικογένειά μου. Οι γονείς μου είχαν πάρει διαζύγιο κι εγώ ήμουν προβληματικό παιδί, δεν ανήκα πουθενά, ένα κακό σπύρι στον κώλο. Γεννήθηκα ως παιδί ενός έρωτα, μα όταν κατέρρευσε ο έρωτας, οι γονείς μου είχαν κάνει άλλα παιδιά με τους νέους τους συντρόφους», θα πει σε συνέντευξή του στα 80 του στη Le Monde.
Δηλαδή ο Ντελόν ήταν 17 ετών και κουβαλούσε ήδη 12-13 χρόνια πόνου για το ότι δεν αγαπήθηκε από τους γονείς του, για το ότι ήταν ένα μπαλάκι του πινγκ πονγκ, για το ότι ζήλευε τα άλλα τους παιδιά που έπαιρναν αγάπη, ενώ αυτός είχε έρθει πρώτος και αναζήτησε τη λύτρωσε στον πόλεμο. Σε ένα περιβάλλον όπου κάθε μέρα θα μπορούσε να είναι η τελευταία του.
Σε ηλικία 21 ετών γύρισε στη Γαλλία και από τότε δεν κράτησε καμία επαφή με τους γονείς του. Βυθίστηκε στη νύχτα, στον υπόκοσμο, στην εγκληματικότητα, περνούσε τα βράδια του με ιερόδουλες, έγινε ως και νταβατζής και επέλεξε να ζει με την ομορφιά του. Κι αυτή δεν τον απογοήτευσε ποτέ. Πάντοτε τη σκαπούλαρε, ώσπου κάποια στιγμή του άνοιξε και η πόρτα του σινεμά από την ηθοποιό Μισέλ Κορντού, η οποία, αν και σύντροφος του σκηνοθέτη Ιβ Αλέγκρε, ερωτεύτηκε τον Αλέν Ντελόν και έπεισε τον Ιβ να του δώσει ρόλο στην ταινία Quand la femme s’en mêle το 1957.
Από τότε ακολούθησαν 90 ταινίες και μια ζωή ταραχώδης η οποία αποτυπώθηκε και στα παιδιά του, που, λίγο καιρό πριν πεθάνει, είχαν συγκρούσεις ως και νομικού επιπέδου με φόντο την περιουσία του. Ένα φινάλε ζωής παρόμοιο με το ξεκίνημα. Και στη μέση ένας άνθρωπος που η ενήλικη και κάπως άγρια όψη του όσο γερνούσε, έκαναν τον κόσμο να ξεχάσει από που είχε ξεκινήσει. Σε κάθε του ταινία δεν υποδυόταν κάτι της φαντασίας. Επανέφερε στη μνήμη όσα είχε ζήσει. Ξαναζούσε τη ζωή του και τα συμβάντα της μέσα από τις ταινίες.
«Ο πόλεμος μου έδωσε τα πάντα», θα πει. Οι περισσότεροι ηθοποιοί αφήνουν πίσω τους μια φιλοσοφία ζωής, ακριβώς γιατί είχαν το χρόνο και τα ψυχικά εργαλεία να φιλοσοφήσουν. Ο Αλέν Ντελόν δεν είχε τίποτα να αφήσει ως κοσμοθεωρία. Γιατί τα είχε ζήσει όλα και τίποτα από αυτά δεν ήταν «για τη μέση», δεν ήταν για να το μοιραστεί, να το μεταλαμπαδεύσει. Ήταν όλα ολόδικά του. Και σαν μια τραγική ειρωνεία, ο ωραιότερος άντρας στον κόσμο, είχε ξεκινήσει τη ζωή του με τη μεγαλύτερ απόρριψη.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Διαβάστε ακόμη: Οι τελευταίοι τραγικοί μήνες του Ρόμπιν Γουίλιαμς




