
Εμείς οι άντρες θα εξαντλήσουμε κάθε άλλη επιλογή μέχρι να αποδεχτούμε να μιλήσουμε σε έναν φίλο μας και να φανερώσουμε όλες μας τις ανασφάλειες, τους φόβους. Εδώ ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον Ταξιτζή.
Κάπου στις αρχές του 2023, ένας κολλητός μου ετοίμαζε τον γάμο του και ήταν ένα διάστημα που ένιωθε αρκετά πιεσμένος οικονομικά, αλλά και αγχωμένος με την όλη διαδικασία. Για μια σπάνια φορά στη φιλία 13, τότε, ετών, με πήρε τηλέφωνο για να συναντηθούμε και έκλαψε μπροστά μου. Και μάλιστα δημόσια. Ήταν η πρώτη φορά σε όλα αυτά τα χρόνια που ένας από τους δύο μας έκλαιγε νηφάλιος. Έχω κλάψει αρκετά μπροστά του όντας πιωμένος, αλλά δεν ήταν αληθινό κλάμα. Όχι μόνο γιατί δεν το έκανα συνειδητά, αλλά γιατί ήταν για μια χυλόπιτα, δηλαδή για κάτι ευτελές που έρχεται και παρέρχεται. Εκείνη τη στιγμή την κρατώ στη μνήμη μου ως κάτι πολύτιμο, γιατί δεν είναι συχνό το φαινόμενο να συζητάμε τόσο ανοιχτά για τις ψυχές μας εμείς οι άντρες, σε βαθμό που να νιώθουμε ανακούφιση με το να κλάψουμε μπροστά στους φίλους μας.
Από τότε, έχουν υπάρξει άλλες 3-4 περιπτώσεις στις οποίες η αντροπαρέα στην οποία υπάρχω, μπήκαμε σε διαδικασία να μιλήσουμε ανοιχτά, με επίκεντρο κυρίως δικές μου ανασφάλειες γύρω από τον ανδρισμό και τις κοινωνικές επιβολές για το πώς πρέπει να είμαστε ως άντρες, γύρω από τη σχέση με το γυναικείο φύλο, για το πώς αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητά μας, όχι ως άντρες, μα ως ατομικότητες, ως διαφορετικότητες. Κι αυτές τις συζητήσεις τις κρατώ ως φυλαχτό.
Η αλήθεια είναι ότι αν είχα την παρέα μου ως κριτήριο, θα έλεγα πως οι άντρες εξελισσόμαστε και συζητάμε όλο και πιο συχνά ανοιχτά για όσα παλιότερα ντρεπόμασταν. Από το πέος μας και τη σεξουαλική μας επάρκεια μέχρι το βάρος που νιώθουμε για να ανταποκριθούμε στο ρόλο του κουβαλητή. Αλλά η παρέα μου δεν είναι κριτήριο. Δεν είμαστε ούτως ή άλλως και η επιτομή των ματσό τύπων, των αδιαπέραστων τειχών. Δε φέρουμε τόση ντροπή στο να δικαιολογήσουμε την εικόνα του επιβήτορα, ώστε να μη μιλήσουμε για τόσο σημαντικά θέματα.
Αλλά και πάλι, ακόμα και σε εμάς, εμένα, σε άντρες που έχουμε μια επαφή με την ευαίσθητη πλευρά μας, είναι ακόμα ισχυρό το οχυρό της άρνησης να ζητήσουμε βοήθεια. Όχι μόνο ψυχολογική. Στα πάντα. Να, αυτές τις μέρες μετακόμιζα, κι ενώ μου είπαν όλοι οι φίλοι μου να τους φωνάξω να βοηθήσουν, δε ζήτησα τίποτα από κανέναν. Κάτι με εμπόδιζε, ένιωθα ίσως λίγος με το να ζητήσω βοήθεια. Για μισό. Δεν είναι αυτή η σωστή λέξη. Να δεις πώς το λένε, πώς το λένε…
Οι άντρες δε μιλούν πολύ
Α, ναι! Υποχρέωση. Αυτή είναι η λέξη που συνιστά το μεγαλύτερο εμπόδιο για εμάς τους άντρες ώστε να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας και, έτι περισσότερο, με άλλες γυναίκες, τα ζητήματα που μας βασανίζουν. Δε θέλουμε να νιώσουμε πουθενά υποχρεωμένοι. Επειδή μεγαλώνοντας συνδέσαμε τον εαυτό μας με την παροχή προστασίας, ασφάλειας και η ασφάλεια δεν έχει αγάπη προς εμάς. Δεν απαιτήσαμε ποτέ να πάρουμε πίσω. Γι’ αυτό και στις ερωτικές σχέσεις είναι συνήθως οι γυναίκες που κάνουν τα συναισθηματικά μαθηματικά και απαιτούν. Δεν ξέρω τι είναι το γόνιμο και τι όχι, αλλά είναι σίγουρο ότι δε διεκδικούμε να πάρουμε κάτι βαθύ. Κι αυτό το βγάζουμε σε κάθε μας ερωτική απόπειρα.
Ενώ οι γυναίκες ξεψαχνίζουν τα πάντα, δεν αφήνουν κάτι να περάσει έτσι, θέλουν να το εξωτερικεύσουν, να το αναλύσουν 3-4 ώρες, εμείς οι άντρες απαντάμε τελικά αυτό το «τίποτα» στην ερώτηση «πώς είσαι;/τι έχεις;». «Όλα καλά», θα πούμε, με μια νωχέλεια, και θα πέσουμε στον συναισθηματικό μας λήθαργο προσπαθώντας να στρέψουμε την προσοχή αλλού. Για εμάς η ψυχοθεραπεία είναι να παίξουμε μπάλα, μπάσκετ, Fifa, οτιδήποτε θα κρατήσει το βλέμμα μας στην έξω μεριά και θα το αποτρέψει από το να στραφεί εσωτερικά. Είμαι 100% πεπεισμένος ότι αν δεν υπήρχαν άντρες, δε θα υπήρχαν και αυτοκίνητα. Τα αυτοκίνητα τα έφτιαξαν άντρες για να μπαίνουν σε αυτά και να εξαφανίζονται από τον κόσμο, να πηγαίνουν να κρυφτούν σε λαγκάδια, σε βουνά, σε λόφους, σε ψηλά σημεία της πόλης.
Τι κι αν οι φίλοι μας θα μας το πουν ρητά: «Μίλα μου ρε, επικοινώνησε, πες τα μου»; Εμείς μαγκώνουμε, τραυλίζουμε, σκεφτόμαστε ότι αν ανοίξουμε το στόμα μας, αν δακρύσουμε, δε θα είμαστε άντρες.
Αυτό το εσωτερικό μάγκωμα, συνδέεται και με κάτι εξωτερικό, που πια είναι περισσότερο πεποίθηση παρά πραγματικότητα. Πιστεύουμε ότι δεν αρέσουν στις γυναίκες οι «κλαψιάρηδες». Ναι, έτσι το λέμε μέσα μας. Δε θα πούμε κάποιον άλλον έτσι, αλλά εμάς τους ίδιους θα μας πούμε, θα μας χτυπήσουμε αλύπητα. «Μη δείξεις ευάλωτος, θα σου ρίξει χυλόπιτα». Το λέμε κι αυτό. Και φτάνει η αυτοφίμωση στο τελικό στάδιο.
Και, μην ξεχάσουμε, και το πώς μας μεγάλωσαν οι μανάδες μας. Ναι, περισσότερο αυτές παρά οι κλειστοί πατεράδες μας. Οι μανάδες μας μας μεγάλωσαν με το σκεπτικό να μην καταδεχόμαστε τίποτα παρά μόνο από αυτές. Ούτε ένα κέρασμα, ούτε ένα ποτήρι νερό από τον άλλο. Αν μας δώσουν, μετά πρέπει να ανταποδώσουμε και με το παραπάνω.
Κάποια στιγμή δεν υπάρχει επιστροφή
Φτάνουμε λοιπόν σε μια ηλικία και διάθεση που είναι τόσο περίπλοκο να εξηγήσουμε το τι έχουμε μέσα μας που είτε θα επιλέξουμε τα ψέματα είτε να μπούμε στο αμάξι, να βάλουμε Πάριο στο τέρμα και να πατήσουμε το γκάζι. Πώς το έλεγε ο Βοσκόπουλος; «Οι άντρες δε μιλούν πολύ, στο νου σου να το γράψεις». Κι όχι μόνο δε μιλούν. Δεν αγκαλιάζουν τους φίλους τους, δεν τους φιλούν στο μάγουλο, δεν τους λένε «σε αγαπάω» αν δεν ακολουθείτε από το «ρε μαλάκα» ή αν δεν είναι πιωμένοι. Μέσα σε όλα αυτά και το stoic trend των social media.
Σελίδες που έχουν ένα ωραίο περιτύλιγμα στις αναρτήσεις τους και σου περνάνε το μήνυμα ότι δε χρειάζεται να λες πολλά, αλλά να τα καταπίνεις, να κάθεσαι πίσω και να κοιτάς στο άπειρο.
Κάπως έτσι, σαν τα μοναχικά αρσενικά στα αιλουροειδή που παρατάνε γυναίκα και παιδιά και εξαφανίζονται, οι άντρες θεωρούμε ως μόνο μας ψυχικό ξαλάφρωμα το γυναικείο στήθος. Να ακουμπήσουμε πάνω του και να ξεφυσήξουμε, το συναισθηματικό μας μαξιλάρι. Γιατί αυτό δε μας κάνει να νιώθουμε υποχρέωση!
ΥΓ. Προφανώς δεν είναι ίδια τα πράγματα με πριν 10 χρόνια, εξελίσσονται. Αλλά με πολλές αγκυλώσεις και «γραφειοκρατία», ώστε αναρωτιόμαστε αν θα τη ζήσουμε την ανδρική απελευθέρωση.




