Εμείς οι άντρες που μας έλεγαν Ινδιάνους

Ο Στέλιος Μάινας αφηγείται τη ζωή δυο Ινδιάνων κυνηγών. Από όταν ο ένας μεγάλωσε από μια σταλιά τον άλλον έως τώρα που –καπνίζοντας την πίπα του από καλαμπόκι– τον βλέπει να απομακρύνεται μες στην πιρόγα του, σε ένα ποτάμι που πια έχει χωριστεί στα δύο...

 
_DSC0264

«Ίσως η αγάπη μου για τα κόμικς, που μετέδωσα στον Σήφη, να τον έφερε κοντά στο θέατρο, αφού τέλειωσε Θεατρολογία και σήμερα κάνει μεταπτυχιακό στον κινηματογράφο, στο London Film School».

Πρέπει να το παραδεχτώ, εγώ ήθελα κορίτσι. Όταν η γυναίκα μου, γεμάτη χαρά –χωρίς καν να της περάσει από το νου αυτό που οι άντρες κουβαλάμε στο γονίδιό μας και λέγεται ευθυνοφοβία–, μου ανήγγειλε πως μάλλον είναι έγκυος, αμέσως στο μυαλό μου, ενστικτωδώς –για να απαλυνθεί, φαίνεται, το δικό μου άγχος– ήρθαν ροζ κορδελάκια, φουστίτσες, κούκλες, παραμύθια με πρίγκιπες, σταχτοπούτες και βασίλισσες της Αιγύπτου…

Όταν το πήρα απόφαση πως σύντομα ένα πλάσμα θα με φώναζε πατέρα κι εγώ θα είχα τις ευθύνες και τα χρέη που συνεπάγεται η πατρότητα, άρχισα να κάνω σχέδια για ένα σίγουρο, σταθερό και ευοίωνο μέλλον… για την κόρη μου. Παιδικοί σταθμοί, σχολεία, γυμνάσια, λύκεια, πανεπιστήμια, μεταπτυχιακά, γάμοι, αποκαταστάσεις και όλα εκείνα τα γελοία που κανονίζουν οι γονείς για τα παιδιά τους χωρίς τα παιδιά τους.

Όλα αυτά ανατράπηκαν, σαν νταλίκα στην Εθνική οδό, όταν στον προγεννητικό έλεγχο (στα υπερπολυτελή τότε γραφεία κάποιας γονιδιακής εταιρείας), ο γιατρός μάς είπε «Όλα καλά, υγιέστατος ο γιος». Ο ποιος; Ένιωσα σαν βιβλικός ήρωας, κάτι σε Νώε, σε Αβραάμ, σε Γενάρχη τελοσπάντων, που έχει υποχρέωση να διαιωνίσει τη φάρα του, το γένος, το όνομά του, και μια απογοήτευση συγχρόνως πως από εδώ και μπρος θα είχα να κάνω με τα γνωστά ανδρικά χωράφια που λέγονται τρακτέρ, βανάκια, μπουλντοζάκια, κλέφτες κι αστυνόμοι, καουμπόηδες και Ινδιάνοι, Νιντζάκια, μπάλες, γόνατα χτυπημένα, γενικά με ό,τι έχει να κάνει με εκείνη την ορμόνη που λέγεται τεστοστερόνη και είναι υπεύθυνη για πολλά καλά, μα και πολλά τερατουργήματα, στην ανθρωπότητα.

_DSC0272

«Τι έμαθα στον γιο μου; Ίσως τίποτα το πρακτικό, το χειροπιαστό, που να του είναι αληθινά χρήσιμο στη ζωή. Ποτέ εξάλλου δεν τα πήγα καλά με τις πρακτικές της όψεις…»

Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι μετά τους πρώτους μήνες, που ο γιος μου μεγάλωνε, μπορεί να τον ντύναμε πειρατή τις Απόκριες και να κούναγε απειλητικά τον γάντζο-χέρι του, μπορεί να βούλιαζε τα καραβάκια του μες στην μπανιέρα σαν γνήσιος θαλασσομάχος, πέραν αυτής όμως της, ενστικτώδους, «ανδρικής» συμπεριφοράς, η ελαφριά εκείνη σκόνη, η νινίδα, που βγαίνει από τα παιδικά κεφαλάκια, απέπνεε ακριβώς την ίδια μυρωδιά, την ίδια μωρουδίλα που έχουν όλα τα βρέφη, αγοράκια και κοριτσάκια: αυτήν που όσα χρόνια και αν περάσουν πάντα αναπολούν με νοσταλγία οι γονείς, γιατί παραπέμπει στα χρόνια της ξεγνοιασιάς και της αθωότητας…

Ακολούθησε, ύστερα από λίγα χρόνια, το γνωστό μοντέλο «είμαι σαν το μπαμπά», «μαθαίνω από τον μπαμπά» και όλη εκείνη η φάση που αφορά σε έναν κόσμο ανδρών, όπου οι γυναίκες περισσεύουν. Και μετά από αρκετά ακόμα χρόνια η εφηβεία, και η «απομόνωση», και η επίγνωση πως δεν είναι μόνο το όργανο εκεί ανάμεσα στα πόδια σου που σε κάνει να διαφέρεις από τα κορίτσια, πως αυτά ανήκουν σε μια άλλη σφαίρα, σε ένα άλλο σύμπαν, αν όχι ανταγωνιστικό, πάντως παράλληλο, που θέλει κόπο και προσπάθεια για να συναντηθεί με το δικό σου. Και πως εσύ, που είσαι αγόρι, έχεις την υποχρέωση και το δύσκολο καθήκον να κάνεις την πρώτη κίνηση, να παίξεις το ρόλο του κυνηγού, του εξερευνητή, του ιππότη, και, τελοσπάντων, να μπεις κι εσύ στον κόσμο των ενηλίκων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται…

_DSC0267

«Το παραμύθι ευτυχώς δεν έχει φύγει από τη ζωή του. Ελπίζω να συνεχίσει να το ζει, γιατί σε αυτόν τον κόσμο όλοι θέλουν να σε ξυπνήσουν απ’ το παραμύθι σου…»

Κάπου εκεί εγώ χάθηκα, το ταξίδι στην ίδια ινδιάνικη πιρόγα με το γιο μου πάγωσε, το ποτάμι χωρίστηκε στα δύο. Ακολούθησα πεζή τη γνώριμη κοίτη, καπνίζοντας την πίπα μου από καλαμπόκι και ατενίζοντας την πιρόγα του νεαρού κυνηγού να απομακρύνεται στα ήρεμα νερά του ποταμού της ζωής που επέλεξε, με το τρισδιάστατο τοπίο των χιονισμένων βουνών στο φόντο και το ουρλιαχτό του λύκου να κλείνει την καρτ ποστάλ μιας κοινής ζωής δυο Ινδιάνων κυνηγών.

Τι έμαθα στον γιο μου; Ίσως τίποτα το πρακτικό, το χειροπιαστό, που να του είναι αληθινά χρήσιμο στη ζωή. Ποτέ εξάλλου δεν τα πήγα καλά με τις πρακτικές της όψεις… Έτσι, ούτε να οδηγεί αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα του έμαθα (παρότι εγώ τον πήγαινα στο σχολείο με το παπί μου για πολλά χρόνια) ούτε ποδόσφαιρο, αφού ούτε ο ίδιος, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες των φίλων μου, κατάφερα ποτέ να μάθω. Τι του έμαθα λοιπόν; Λίγα πράγματα… Του μετέδωσα, ας πούμε, την αγάπη μου για το σκίτσο. Ζούσαμε πάντα σε ένα σπίτι όπου περίσσευαν τα κόμικς κι έτσι, σιγά σιγά, το παιδικό του δωμάτιο ξεχείλισε από Μίκυ, Ντόναλντ, Λούκυ Λουκ, Αστερίξ, Τεντέν, αλλά και Κόρτο Μαλτέζε, και Ένκι Μπιλάλ, και πολλούς άλλους ακόμα που έχω κι εγώ θαυμάσει στη ζωή μου. Ίσως αυτή η αγάπη του Σήφη για τα κόμικς να τον έφερε κοντά στο θέατρο, αφού τέλειωσε Θεατρολογία και σήμερα κάνει μεταπτυχιακό στον κινηματογράφο, στο London Film School. Το παραμύθι δηλαδή δεν έφυγε από τη ζωή του και ελπίζω να συνεχίσει να το ζει, γιατί σε αυτόν τον κόσμο όλοι θέλουν να σε ξυπνήσουν απ’ το παραμύθι σου…

_DSC0296

«Τα παιδιά μας, κρυφά, μες στο σκοτάδι, μάς κοιτάζουν σαν ακτινογραφία. Κοιτάζουν τις λεπτομέρειες από τις φθαρμένες μας αρθρώσεις, από τα ταλαιπωρημένα μας κόκκαλα, περιμένουν να δουν την επόμενή μας κίνηση, αν αυτά που κάποτε τους λέγαμε με πατρικό ύφος τα ακολουθούμε πάντα και οι ίδιοι στη ζωή μας».

Τα παιδιά μας, κρυφά, μες στο σκοτάδι, μάς κοιτάζουν σαν ακτινογραφία. Κοιτάζουν τις λεπτομέρειες από τις φθαρμένες μας αρθρώσεις, από τα ταλαιπωρημένα μας κόκκαλα, περιμένουν να δουν την επόμενή μας κίνηση, αν αυτά που κάποτε τους λέγαμε με πατρικό ύφος τα ακολουθούμε πάντα και οι ίδιοι στη ζωή μας. Περιμένουν, αν μη τι άλλο, να είμαστε συνεπείς με το μοντέλο μας, για να έχουν κι αυτά μια στέρεη αναφορά, μια αφετηρία, κι ας φτιάχνουν πια σιγά σιγά τη δική τους κάστα, τη δική τους φάρα –αυτό είναι η φύση.

Ο γιος μου –αυτός είναι ο σκοπός μου τουλάχιστον– θέλω να ξέρει ένα πράγμα. Πως πάντα έξω από τη σκηνή της ορεινής μας κατασκήνωσης θα καπνίζει η φωτιά που θα κρατάει μακριά τους πεινασμένους λύκους. Και που ταυτόχρονα θα είναι η ένδειξη, το σήμα, πως μέσα στη σκηνή αυτή θα υπάρχει μια κούπα με αχνιστή σούπα να περιμένει το νεαρό κυνηγό και ένα δέρμα βίσονα για να τον σκεπάσει, να ονειρευτεί ξέγνοιαστα, ζεστά. Μέχρι το επόμενο πρωί, που θα ξαναφύγει πάλι για το κυνήγι που μας μάθανε, εμάς τους άντρες που μας έλεγαν Ινδιάνους…

_DSC0286

«Ο γιος μου θέλω να ξέρει ένα πράγμα. Πως πάντα μέσα στην ινδιάνικη σκηνή μας θα υπάρχει μια κούπα με αχνιστή σούπα να περιμένει το νεαρό κυνηγό και ένα δέρμα βίσονα για να τον σκεπάσει, να ονειρευτεί ξέγνοιαστα, ζεστά…»

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close