Κατακαλόκαιρο στην πόλη: Όσο νυχτώνει, η Αθήνα κ@υλώνει

Είχε να γαμηθεί κάτι μέρες, η καρδιά της άνιωθη για οποιονδήποτε, έκανε σεξ μηχανικά, ήταν ξαναμμένη μόνο στο σώμα, αυτό κάπως την ενοχλούσε. Κι η Αθήνα την καταπίεζε.

Πάνω στα καυτά σεντόνια, μέσα στα αστικά διαμερίσματα που βράζουν, τα ενωμένα κορμιά ανεβάζουν κι άλλο την θερμοκρασία. Αυτό είναι ένα ένα sex story με διαφορετικούς ήρωες και ηρωίδες που συναντιούνται μόνο νοητά, πάνω στους φλεγόμενους δρόμους των αξέχαστων, καλοκαιρινών αυνανισμών τους.

Η μόνη στιγμή που η Γιώτα μπορεί να αναπνεύσει είναι τα ξημερώματα, από τις 3 μέχρι τις 6. Μετά, κοιμάται. Και ξυπνάει μεσημέρι κάθιδρη, να φάει κάτι, να πιει καφέ, να παίξει με τα γατιά, να ετοιμαστεί σιγά σιγά για το μαγαζί. Ατελείωτο σκρολ, λιώσιμο. Απέναντι οι πολυκατοικίες του κέντρου στην Αθήνα, σαν ακατοίκητες, μέσα άνθρωποι με τα σώβρακα παλεύουν να βάλουν τις ζωές τους σε τάξη. Και κάπου ανάμεσα στους γεμάτους νεροχύτες, στα άπλυτα και στις διψασμένες γλάστρες, τα όνειρα εξαχνίζονται μισοπεθαμένα. Η από δίπλα πάλι καψουρεύεται, έχει βάλει Μοσχολιού, αυτό το τραγούδι η Γιώτα πρώτη φορά το άκουγε: Γυμνό, σ’ είδα στον ύπνο μου γυμνό/Ξυπνώ κι έχω το στόμα σου στο στόμα/Γυμνό, σ’ είδα στον ύπνο μου γυμνό/Ξυπνώ και ζω με τ’ όνειρό μου ακόμα.

Για φαντάσου.

Είχε να γαμηθεί κάτι μέρες, η καρδιά της άνιωθη για οποιονδήποτε, έκανε σεξ μηχανικά, ήταν ξαναμμένη μόνο στο σώμα, αυτό κάπως την ενοχλούσε. Τόσο νωρίς να έχει απομυθοποιήσει τον έρωτα. Αυτή τη στιγμή, έχει ξανά την ανάγκη να δει έναν άντρα να χύνει, συγκεκριμένα τον πούτσο ενός άντρα να χύνει, χωρίς πρόσωπα, μπράτσα, μορφασμούς. Η αγαπημένη της τσόντα: ένας τύπος που βρίσκεται σε στύση, κουνιέται λίγο πάνω κάτω και έχει hands free εκσπερμάτιση. Με τα δάχτυλά της πάνω και γύρω από το ιδρωμένο εσώρουχο, η Γιώτα παίζει με τον εαυτό της μέχρι να χύσει κι αυτή. Πικρό πράμα η μαλακία κατακαλόκαιρο, αλλά σαν εσωτερική πνοή, την γεμίζει οξυγόνο. Τέτοιες καύλες δεν είχε ούτε είκοσι χρονών -καλά τα λέγαν οι τριαντάρες φίλες της back in time.

Μπαίνει στο ντους και όλα μοιάζουν καλύτερα με το δροσερό νερό να την ξεπλένει σε φανερά κι απόκρυφα μέρη, να την βοηθά να παραδώσει σε λίγο έναν πιο ανάλαφρο εαυτό στην πετσέτα και να κάνει ξυπόλυτη ένα τσιγάρο στο πίσω μπαλκόνι που βαστά σκιά. Ανοίγει Ίνστα -αποφασίζει να κανονίσει με τον τύπο που ξεροσταλιάζει κάθε βράδυ στην μπάρα. Απόψε, θα σχολάσει μαζί του. Τι διάολο και λίγο σεξάκι δε βλάπτει, ανάμεσα στους αυνανισμούς του θέρους. Σβήνει το τσιγάρο και αναστενάζει.

Δεν ξέρει ότι καπνίζει ίδια μάρκα με τον Φοίβο, που μένει δεκαπέντε λεπτά μακριά της, αν υπολογίσει τον χρόνο με το μετρό, στο Περιστέρι. Ο Φοίβος ξεσήκωσε το κάπνισμα από τον μεγάλο του ξάδερφο πέρσι το καλοκαίρι και φέτος πήρε το πρώτο του πακέτο. Νιώθει γαμάτος όταν καπνίζει και εκείνη τον κοιτάει μέσα στα μάτια, όταν βρίσκονται με τα παιδιά στον πεζόδρομο. Ξέρει ότι τον γουστάρει, ξέρει ότι είναι πιο έμπειρη από εκείνον, εκείνος είναι παρθένος και δεν ξέρει πώς να της το πει.

Κάθε βράδυ τον παίζει δυο φορές για χάρη της, τις τελευταίες νύχτες -μία στο μπάνιο και μία στο κρεβάτι.
Κατακαλόκαιρο στην πόλη: Όσο νυχτώνει, η Αθήνα κ@υλώνει

Ξεκινάει να τρίβεται με κλειστά μάτια, μέχρι που βάζει πρώτα ένα δάχτυλο μέσα της κι ύστερα άλλο ένα.

Μέσα έξω, μέσα, έξω, έξω και μέσα

Κάθε βράδυ τον παίζει δυο φορές για χάρη της, τις τελευταίες νύχτες -μία στο μπάνιο και μία στο κρεβάτι. Σκέφτεται τις ρώγες της μέσα από τα μαύρα κορμάκια που φοράει και σκέφτεται το γλυκό μουνί της γυμνό μέσα από το κορμάκι, χωρίς βρακί ενδιάμεσα, θέλει να το πιάσει, να το κοιτάξει από κοντά με την ησυχία του, όχι μόνο μέσα στο μυαλό του, θέλει να μπει μέσα εκεί και να την φιλάει με γλώσσα βαθιά όσο πηδιούνται και, όταν δεν τη φιλάει, εκείνη να αναστενάζει με την ψιλή φωνούλα της, δίπλα στο αυτί του και να απολαμβάνει όσα κάνουν μαζί, να μην την κριντζάρει τίποτα από όσα θα της λέει για τον κώλο και τα βυζιά της και τα μαλλιά της, να μπορεί να μυρίζει τον λαιμό της με την ησυχία του κι αυτή να θέλει, να θέλει, να θέλει.

Μετά τις διακοπές θα της πει να βγούνε μόνοι τους. Διακοπές με γονείς, τι βαρεμάρα. Πού θα τον παίζει στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού με τα ξαδέρφια και όλον αυτόν τον κόσμο που από το πρωί ως το βράδυ μπαινοβγαίνει;

Μέσα έξω. Μέσα έξω να μπαινοβγαίνει. Ξανά. Μέσα της. Έξω της. Μέσα λίγο, έξω πολύ, να σπαρταρά το σύμπαν, να στάζει λάβα στο σεντόνι. Έτσι την πήδηξε την Μάιρα ο τελευταίος της έρωτας, εκείνη την τελευταία φορά. Γιατί κανείς, ποτέ δεν σε ενημερώνει για το ποια θα είναι η τελευταία φορά που θα γαμηθείς με κάποιον που λατρεύεις; Αυτά σκεφτόταν πάλι, έναν μήνα και βάλε μετά το αντίο, και έστελνε στην κολλητή να ακυρώσει το βραδινό ποτό. Όλη μέρα δουλειά στο γραφείο με τον άρρωστο κλιματισμό κι ύστερα κολλημένη στην κίνηση στην Αλεξάνδρας, χωρίς μουσική, με κλάματα ανά είκοσι λεπτά, σαν πυροτεχνήματα μες στο κεφάλι της που έσκαγαν από τα μάτια και μούσκευαν τον τόπο.

Τον ήθελε πάλι, της έλειπε από το πίσω μέρος των γονάτων, πονούσαν οι παλάμες της να μην τον αγγίζουν όσες εβδομάδες, τι μαρτύριο ήταν αυτό βασανιστικό. Η κολλητή ξενερώνει, τη μαλώνει, λέει θα περάσει από το σπίτι, όχι πάλι τα ίδια, της λέει, το περάσαμε πριν δυο χρόνια, όχι πάλι τα ίδια, ρε Μάιρα, γαμώ το κεφάλι μου, με τον κάθε μαλάκα που πας και ερωτεύεσαι, σαράντα φτάσαμε, ρε. Εκείνη κλαίει πάλι. Όχι που κλείνει τα σαράντα σε λίγες μέρες, όχι που την κράζει η φίλη της, όχι που το κωλοφάναρο δε λέει να ανάψει, αλλά που θα κοιμηθεί άλλο ένα βράδυ χωρίς το σώμα του. Μέσα έξω το σώμα του, μέσα στο δικό της, έξω από το δικό της. Τώρα, έξω οριστικά. Κι η καρδιά μέσα.

Μέσα η καρδιά, μέσα οι αναμνήσεις. Αυτές δεν είναι πούτσες να μπαινοβγαίνουν. Μες στο σπίτι της, όλα τα στόρια κατεβασμένα, ο πόθος μαράθηκε, η Μάιρα δεν τον πετάει, η Μάιρα πέφτει στο κρεβάτι από νωρίς, με τα ρούχα, γδύνεται ξαπλωτή, ούτε μπάνιο δεν κάνει, κι ας κολλάει ολόκληρη. Ανοίγει το συρτάρι και πιάνει το ντίλντο -πόσος καιρός πάει αλήθεια; Χρόνια.

Με την εικόνα της θεϊκής του πλάτης να συσπάται καθώς την ξεσκίζει, χώνει μέσα το ντίλντο και ξεκινάει.

Αυτή τη στιγμή, έχει ξανά την ανάγκη να δει έναν άντρα να χύνει, συγκεκριμένα τον πούτσο ενός άντρα να χύνει, χωρίς πρόσωπα, μπράτσα, μορφασμούς.

Το ντίλντο την γ@μ@ει τώρα στην Αθήνα

Τι ανάγκη έχεις το ντίλντο όταν ο έρωτας της ζωής σου σε γαμάει αριστουργηματικά τρία χρόνια παρά κάτι, όταν η κλειτορίδα αρχίζει να φουσκώνει μόνο στην θέα του προσώπου του με τα κατάμαυρα κάρβουνα μάτια να αλλάζουν χρώμα μέσα στην ομίχλη της κοινής καύλας, να γίνονται μελί, καστανά, να γίνονται μωβ σκούρα, να κλείνουν σφιχτά πάνω στο χύσιμο, να ανοίγουν διάπλατα στο πρωινό ξύπνημα και να καρφώνονται στα δικά της;

Η Μάιρα, μετά από 1.5 μήνα μακριά του, αποφασίζει να χύσει ένα απόγευμα Τρίτης του Ιουλίου με τα τσιμέντα της Αθήνας να τσιρίζουν στην τσιμεντίσια διάλεκτό τους από την κάψα. Έχει μείνει γυμνή, τα βυζιά της κρέμονται στο πλάι βαριά, βελούδινα, πόσο τα λάτρευε τα τεράστια βυζιά της εκείνος, πόσο λάτρευε το σώμα της, τις γάμπες της, το ξανθωπό τρίχωμα πάνω στην κοιλιά της, πόσο υμνούσε την κυτταρίτιδα στον πλαδαρό της κώλο, πόσο την έκανε, για πρώτη φορά στην ζωή της, να νιώθει η μουνάρα του αιώνα όταν την βροντοκόπαγε σε κάθε πιθανή στάση και μετά της έλεγε πως την αγαπάει και πώς όλα είναι δυνατά μ’ αυτούς τους δύο και μετά τρώγανε έξω και πίνανε καφέ και τσακώνονταν και τα βρίσκανε και κοιμόντουσαν αγκαλιά και το πρωί χαμογελούσαν και χασκογέλαγαν, παντελώς ανίδεοι για το αδυσώπητο χωριστό τους μέλλον.

Αγγίζει τα βυζιά της, τα σηκώνει και τα φέρνει στο στέρνο της, τα σηκώνει ψηλά, τα κοιτάζει, τα θαυμάζει, αποκλείεται να μην του λείπουν ούτε λίγο, σκέφτεται.

Ξεκινάει να τρίβεται με κλειστά μάτια, μέχρι που βάζει πρώτα ένα δάχτυλο μέσα της κι ύστερα άλλο ένα. Τα δικά του χέρια το κάνουν καλύτερα. Με την εικόνα της θεϊκής του πλάτης να συσπάται καθώς την ξεσκίζει, χώνει μέσα το ντίλντο και ξεκινάει. Μέσα έξω. Μέσα κι έξω. Σαν το καυλί εκείνου. Προτιμά να πεθάνει εδώ και τώρα, παρά να σκέφτεται ότι δεν θα το ξαναδεί, δεν θα το ξαναφιλήσει, δεν θα το ξανακαβαλήσει ποτέ. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Ώρα μετά, χύνει και τρέμει ολόκληρη.

Μετά τον οργασμό, δάκρυα τρέχουν από τα μάτια. Χτυπάει το κουδούνι. Αυτός να είναι αποκλείεται -αυτός τώρα κάνει σέρφινγκ στο νησί του, να την ξεχάσει, να ηρεμήσει. Αυτός τώρα γλείφει άλλα βυζιά: μικρότερα, πιο στητά. Αυτός τώρα γαμάει άλλα μουνιά, ηλίθια κοκαλιάρικα μουνιά που δεν τον κλείνουν μέσα τους όπως η μουνάρα η δική της, η τροφαντή, η λουλουδίσια. Αυτός…άστον αυτόν. Η κολλητή της στην πόρτα με ένα μπουκάλι παγωμένο ροζέ την κοιτάζει σαν χάνος, έτσι όπως η Μάιρα ανοίγει την πόρτα με το ροζ πράμα στο χέρι, αναμαλλιασμένη, ολόγυμνη νύμφη της Αναγέννησης, τρομάρα της, εγκλωβισμένη σε ένα διαμέρισμα στο Γαλάτσι.

Τι ανάγκη έχεις το ντίλντο όταν ο έρωτας της ζωής σου σε γαμάει αριστουργηματικά τρία χρόνια παρά κάτι, όταν η κλειτορίδα αρχίζει να φουσκώνει μόνο στην θέα του προσώπου του;

Αγγίζει τα βυζιά της, τα σηκώνει και τα φέρνει στο στέρνο της, τα σηκώνει ψηλά, τα κοιτάζει, τα θαυμάζει, αποκλείεται να μην του λείπουν ούτε λίγο, σκέφτεται.

Ένα μπανιστήρι στην Αθήνα

Ο Ηλίας τα σιχαινόταν τα διαμερίσματα. Κι όταν μετακόμισε σε εκείνη την παρατημένη μονοκατοικία στον Κεραμεικό, ήξερε ότι βρήκε -έστω και στα 51- το σπίτι των ονείρων του, αφού απέναντι ένα ζευγάρι μες στα πρώτα μέλια δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι απέκτησε γείτονα και συνέχισε να γαμιέται τσοντοειδώς με τα παράθυρα ανοιχτά. Ο Ηλίας καύλωνε με γυναίκες, καύλωνε και με άντρες. Καύλωνε με το σεξ ως ιδέα. Δάχτυλα σε κώλους, σε στόματα, ψωλοχύματα, μουνοκαταιγίδες, στεναγμοί, ορθάνοιχτα πόδια, πρησμένα πουτσοκέφαλα, αρχίδια πάνω σε λιπγκλοσαρισμένα χείλη, αστράγαλοι δίπλα σε αυτιά, μπλεγμένοι σε μαλλιά.

Όσο καλός ήταν στην δουλειά του ως αρχιτέκτονας -έτσι έλεγαν οι άλλοι τουλάχιστον- τόσο καλός ήταν στην αρχιτεκτονική της ηδονής και συχνά πηδιόταν με περισσότερα από ένα άτομα, ως challenge χωροταξικό περισσότερο, που κατέληγε σε παιχνίδι ασυγκράτητης μανίας και ορμής, με καμβάδες και χρώματα τα σώματα. Είχε καιρό να τους δει να γαμιούνται, ίσως είχαν φύγει για διακοπές.

Μέχρι που ένα ξημέρωμα Κυριακής, μετά από έξοδο, είδε τον τύπο να τον παίζει όρθιος, μπροστά από το παράθυρο και να τον κοιτάει λάγνα. Ο Ηλίας δαγκώθηκε, κώλωσε -τον είχαν δει που τους έβλεπε τόσον καιρό; Πω, μαλάκα, ξεφτίλα. Ή μήπως όχι; Ένιωσε τον πούτσο του να σαλεύει μες στο παντελόνι του. Και άρχισε να τον χαϊδεύει, πάνω από το λινό ρούχο, ω, τι υπέροχη αίσθηση. Ο Ηλίας έχυσε συγχρονισμένα με τον γείτονά του. Ταυτόχρονο οργασμό με άτομο που δεν γνώριζε το όνομά του δεν ήξερε ποτέ.

Ο γείτονας χαμογέλασε, τράβηξε την κουρτίνα (α, ώστε είχαν κουρτίνα τόσον καιρό τα καριόλια!) και άφησε τον Ηλία να γελά κι αυτός, ως Τζοκόντος, μόνος του, με το σπέρμα στην δεξιά του παλάμη. Ένιωσε την ανάγκη να βρεθεί στην θάλασσα. Θα το πήγαινε σερί. Ντους, μαγιώ, μηχανή, φύγαμε. Θα περίμενε λίγο να πέσει ο πούτσος του και θα ζούσε μια γαμάτη Κυριακή. Την άλλη βδομάδα, θα την έκανε για το νησί κι είναι ωραία η πόλη το καλοκαίρι όταν ξέρεις ότι θα φύγεις.

to be continued…

 

Διαβάστε ακόμη: Πόσο με φτιάχνουν τα τατουάζ σου, μωρό μου!

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top