«Πόσο έκλαψα πάλι η πουτάνα. Πόσο πάτωμα έπιασα πάλι, πόσο οι έρωτες συνέχισαν να μου τρώνε τα χρόνια και τα σωθικά-κι αμέσως μετά πόσο πρόστυχα να μ’ ανασταίνουν, να με ανασηκώνουν, να μου τσιτώνουν την ρώγα και την τρίχα». Η Γεωργία Δρακάκη γράφει για το σεξ-έτος της.

Άγιε Βασίλη, υπάρχεις, γιατί σε πιστεύω. Υπάρχεις, όπως υπάρχει και ο Έρωτας. Η μαγεία. Φέτος, κατάλαβα μια και καλή πως είμαι μάγισσα, όπως χρόνια ακούω να μου λένε άντρες και γυναίκες. Το 2025 ήταν η χρονιά με το λιγότερο σεξ ever, από τότε που ξεκίνησα να σεξουαλίζομαι, να ερωτεύομαι και να καυλώνω ως γυναικίτσι (γυναίκα+κορίτσι), δηλαδή από το 2008.

Πόσο έκλαψα πάλι η πουτάνα. Πόσο πάτωμα έπιασα πάλι, πόσο οι έρωτες συνέχισαν να μου τρώνε τα χρόνια και τα σωθικά-κι αμέσως μετά πόσο πρόστυχα να μ’ ανασταίνουν, να με ανασηκώνουν, να μου τσιτώνουν την ρώγα και την τρίχα. Πόσο άφησα αχάιδευτο τον εαυτό μου, Αγιοβασίλη, πόσο παραπονεμένη την κλειτορίδα και την καρδούλα μου. Εγώ αυτές τις δυο τις θέλω συνεργάτιδες, τις έχω δύο και ακριβές, δεν καυλώνω πια εδώ και χρόνια με άντρα που δεν μπορεί να χαϊδέψει παρά μόνο την μία εκ των δύο. Τους της καρδιάς μόνο τους σέβομαι λίγο περισσότερο, βέβαια. Γιατί ένα φροντιστικό γλειφομούνι ή ένα μαεστρένιο γαμήσι μαθαίνεται πολύ πιο εύκολα και αποτελεσματικά από ό, τι να αγαπάς, να είσαι άνθρωπος, να νοιάζεσαι, να μην είσαι βλάκας, να μην είσαι τσιγκούνης στα αισθήματα, στα μοιράσματα, στα όνειρα.

Η πραγματική με την φαντασιακή μου ζωή συνόρεψαν επικίνδυνα φέτος, φιλήθηκαν στα χείλη με φιλί διαρκείας, αντάλλαξαν σάλια και χνώτα. Κάπως έτσι, δεν ξέρω αν στ’ αλήθεια ένας κούκλος Έλληνας μου έγλειψε τον πισινό σε ένα στενό της Νάπολης, ξημερώματα, δεν έχω ιδέα αν στ’ αλήθεια είδα τις πασχαλιές της Σκιάθου να ανθίζουν με έναν πούτσο ασύλληπτα τέλειο και σκληρό να με βασανίζει πίσω μπρος και πλάι και έξω και μέσα ξανά. Δεν θυμάμαι αν τα φιλιά που αντάλλαξα στην Σικελία, όλο μέλι και φαρμάκι, ήταν πραγματικά ή της φαντασίας μου-μήπως έπαιξε σε κάποια ταινία ιταλικού νεορεαλισμού, Αγιοβασιλάκο μου, και δεν θυμάμαι;

Ξέρεις, μπορεί και να έκανα παθιασμένο έρωτα στο πάτωμα με αυτόν που αγαπούσα και που πάντα θ’ αγαπώ, μπορεί να έσκυψα για μια πίπα αργόσυρτη, καυτή στον οδηγό ενός πανάκριβου αυτοκινήτου, μπορεί να έκανα έρωτα στα βράχια του Αιγαίου με ένα μπουκάλι κρασί να χύνεται στις πέτρες, να τις δροσίζει, μπορεί να μην με άγγιξε και τελικά κανείς, ούτε ένας αυτή την χρονιά την απάνθρωπη, την ζόρικη, την δακρυρροούσα, καλά καλά δεν θυμάμαι αν βάρεσα μαλακία, όχι, εντάξει, αυτό το έκανα, αλλά το έκανα λίγο, ψιλοπένθιμα, επιτελεστικά. Περφόρμανς οι άλλοι στις Στέγες και στα ναυπηγεία; Περφόρμανς εγώ στα κάτω χείλη μου. Ε-πι-τέ-λε-ση, καρδιά μου. Και εκτέλεση στα δύο μέτρα. Τα δικά μου.

«Θέλω αυτόν που μου έχει καρφωθεί σαν γαρύφαλλο αρωματικό στο μαλακό, φευγάτο μου μυαλό. Θέλω όλο και λιγότερους άντρες. Θέλω όλο και περισσότερο Έναν συγκεκριμένο».

«Θέλει να με γαμάει βρόμικα και να μου ξηγιέται ολοκάθαρα»

Santa, I was a very bad girl this year! Έφαγα άστατα, νύχτες πακοτίνα, σεντόνια κριτσανιστά, ρούχα στο πάτωμα, ντελίβερι δολοφονικά στο νεροχύτη πιάτα, πολύ καλλιτεχνιλίκι, τσιγάρο, κάπνα, ξηρασιά και μπάλες χαρτιά στα πόδια μου τριγύρω, πολλά τηλέφωνα και προτάσεις, λίγα λεφτά, πολλή αξόδευτη, ανεπίδοτη, καταραμένη λαχτάρα για μοίρασμα, για απογείωση. Δεν μου φέρθηκα πολύ σωστά. Με άφησα να βασανίζομαι, να φορτώνομαι στα φτερά μου και άλλων πετάγματα. Να’ μαι περιστέρα και να κουβαλώ στην πλάτη μου βάρη δεινόσαυρων-όχι, αγάπη μου.Με ξέφτισα και με σκοτείνιασα. Γιατί με εγκατέλειψα. Εντάξει, όχι για πάρα πολύ.

Ξέρεις, Santa, πολλές φορές δεν με νοιάζει τι αξίζω, αν αξίζω, ποιον αξίζω. Θέλω αυτόν που μου έχει καρφωθεί σαν γαρύφαλλο αρωματικό στο μαλακό, φευγάτο μου μυαλό. Αυτόν θέλω, Θέλω όλο και λιγότερους άντρες. Θέλω όλο και περισσότερο Έναν συγκεκριμένο. Έτσι είναι να ωριμάζεις; Έτσι λοιπόν μελαγχολούν τα Βέρα Θηλυκά, όπως μου λεν οι αναγνώστες μου πως είμαι;

Πάντα λέω πως στα πενήντα μου θα κάνω σεξ με τεκνά και πλάσματα που τώρα, σήμερα, αύριο και χθες γεννιούνται. Τα τότε μπεμπάκια, που τώρα βλέπω ως μπαμπάκια, γιατί τρομάρα μου «πάω κι αγαπάω τα πιο μεγάλα αγόρια/την πόρτα τους χτυπάω/μετά κοιμάμαι χώρια». Και οι γύρω μου που μ’ αγαπούν, μου λεν’ να ζω σαν φυσαλίδα σαμπάνιας, γιατί τώρα είμαι στα ωραιότερα μου, τα χυμωδέστερά μου (μαλάκα μου, πραγματικά στάζω), στα πιο μπιτάτα και καυλάτα μου. Μου λεν’ να μην με παίρνουν άλλο οι γκρεμοί, να απολαμβάνω κάθε στιγμή, να μη βάζω τόσο βαθιά τα πράγματα μέσα μου. Μα εμένα αυτό, το βαθιά, ψυχή τε και σώματι, είναι το γαμημένα αγαπημένο μου πράγμα στον κόσμο. Και δεν μπορώ να πω έτσι «απεταξάμην», μάνα μου.

«Άλλο έχω πει, Άγιε Βασίλη: το 2026 θα κάνω ειρήνη και θα φιλιώσω με το ντράμα μου. Και με το ντάρμα μου. Και με το κάρμα μου».

«Άγιε Βασίλη, το 2025 πόζαρα γυμνή, φλέρταρα, τρίφτηκα, φασώθηκα, γαμήθηκα, φαντασιώθηκα, φλέρταρα, χόρεψα, πόθησα, ποθήθηκα».

Άλλο έχω πει, Άγιε Βασίλη: το 2026 θα κάνω ειρήνη και θα φιλιώσω με το ντράμα μου. Και με το ντάρμα μου. Και με το κάρμα μου. Θα υπάρχω και θα ανασαίνω για μένα πρώτα και θα γίνω καλύτερος άνθρωπος, καλύτερη γραφιάς, καλύτερη κόρη, καλύτερη φίλη και γκόμενα και σύζυγος άμα λάχει. Πιστεύω ότι εκεί έξω υπάρχει ένας άντρας (αυτός που περιμένω, αυτός που περιμένω, αυτός, αυτός!) που σου ζητά μια γυναίκα σαν και του λόγου μου. Έτσι, ρε. Χαρτί και καλαμάρι: αυτή η κωλάρα, αυτή η μυτόγκα, αυτή η ξεροκεφαλιά, αυτή η παιδικότητα, αυτή η μυρωδιά που βγαίνει ανάμεσα από τα βυζιά μου, αυτή η αγάπη μου για τις φωτιές και για τους ουρανούς.

Αυτή, αυτή, αυτή. Κι αυτός θέλει να πετάξει μαζί μου. Θέλει να με γαμάει βρόμικα και να μου ξηγιέται ολοκάθαρα. Θέλει να με πιάνει αγκαλιά στο δρόμο, να με γλωσσοφιλεί έξω από τις βιτρίνες στη Βουκουρεστίου και μπροστά από τα λουλουδοπάνερα στη λαϊκή της Καλλιδρομίου. Άγιε Βασίλη, εγώ δεν σου παραγγέλνω κανέναν τέτοιον. Σου επιτρέπω, πάντως, να με έχεις κατά νου, ναι, εμένα, ως δώρο. Γιατί, δεν κάνω εγώ για δώρο; Σκέψου με ολόγυμνη, με έναν κόκκινο φτιόγκο βελουτέ στο πιπί, α λα Σάσα Παπαδήμα του Ντόλτσε Βίτα, όχι σκέψου με!

«Προτιμώ την ανομβρία από τα ψιλόβροχα του κώλου, του να’ χαμε να λέγαμε. Τα θέλω όλα, γιατί τα δίνω όλα».

«Να με βρει η χρονιά με έναν Βελούδινο Οργασμό ζητώ»

Άγιε Βασίλη, το 2025 πόζαρα γυμνή, φλέρταρα, τρίφτηκα, φασώθηκα, γαμήθηκα, φαντασιώθηκα, φλέρταρα, χόρεψα, πόθησα, ποθήθηκα. Αλλά, όπως καλά θα ξέρεις, αγάπη μου κόκκινη, καθότι σταθερός αναγνώστης της στήλης, εγώ αμαρτίες δεν θεωρώ αυτά τα πράγματα. Αυτά είναι ευλογίες και δέοντα, εφόσον δεν παίζει κέρατο, προδοσία και τρασίλα. I was a bad girl, όμως, επειδή δεν έκανα κι άλλα τέτοια, επειδή δεν με κανάκεψα όσο άξιζα, επειδή με τιμώρησα λιγάκι για διάφορα, επειδή στάθηκα κάτω από άδικες μπόρες, ελπίζοντας να ζεστάνω το μέσα μου. Και καλά, ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται και τέτοια. Αρχίδια. Τέλος οι μαλακίες.

Με κα(υ)λοσύνη και σοβαρότητα να πορευτώ. Τέτοιο κορίτσι δεν πρέπει να μένει αχάιδευτο και αναγάπητο. Ούτε αγάμητο φυσικά. Προτιμώ, βέβαια, την ανομβρία από τα ψιλόβροχα του κώλου, του να’ χαμε να λέγαμε. Τα θέλω όλα, γιατί τα δίνω όλα. Άγιε μου Βασίλη, σε παρακαλώ, ελέησε τους ανθρώπους που ήταν κάποτε παιδιά. Δώσε τους, αντί για τρένα και κούκλες και μπάλες, δώσε τους, Άγιε μου, αρχίδια και καρδιά. Φώτισέ με κι εμένα να αφρίζω σαν την κόκα κόλα σου (δική σου δεν είναι η εταιρεία;), όχι από το κακό μου, μα από το ηδονιστικό μου, το δημιουργικό μου, το θηλυκότατο, το τσιγγανότατό μου. Άλλη μια χρονιά!

Και το 2026, που θα είμαι Καλό Κορίτσι, ξέρω εγώ τι θα σου ζητήσω να μου φέρεις. Έχουμε καιρό μέχρι του χρόνου. Μόνο να με βρει η χρονιά με έναν Βελούδινο Οργασμό ζητώ-κι ας είναι και εγκεφαλικός!

ΥΓ: Για τους δικούς μου ανθρώπους, Santa Claus, ζητώ να φέρεις φαντασία και φουρτούνα στα σεντόνια τους. Ζητώ να φέρεις φιλιά, φωτιά, φρένα σπασμένα, φανάρια αναμμένα κι όλα τα «φ» του Φωτός των Εορτών. Εμένα το δικό μου φ, το’ φερες πριν δυο χρονάκια και κάτι. Κεφαλαίο. Πανάθεμά το! (Αχ, τι θα κάνω με δαύτο;)

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top