Θα μπορούσε να είναι κτήριο-έμβλημα της Αθήνας: Γκρεμίστηκε γιατί δήθεν δεν ταίριαζε

Η Βίλα Μαργαρίτα ήταν ένα κτήριο που έδινε χαρακτήρα στην Αθήνα, έστω κι αν είχε γοτθικό χαρακτήρα. Αναμειγνυόταν όμως αυτός με τα αθηναϊκά στοιχεία και έδινε μια κατεύθυνση.

Αν ρωτούσαμε 10 Αθηναίους για το τι δεν τους αρέσει περισσότερο στην Αθήνα, δε θα ήταν μεγάλο το ρίσκο να ποντάρουμε πως θα απαντήσουν για τα κτήρια, για την αρχιτεκτονική και πολεοδομική της εικόνα. Για το ότι κτηριακά αφανίζει διαρκώς τον χαρακτήρα της και κτήρια που θα μπορούσαν να είναι μέρος της ιστορίας της, κατεδαφίστηκαν για να ανεγερθούν «γλυφαδοποιημένες» οικοδομές και να επέλθει μια ισοπέδωση. Γι’ αυτό και όταν διαβάζει κανείς ιστορίες όπως αυτή της Βίλας «Μαργαρίτα» στους Αμπελόκηπους, καταλήγει να θυμώνει προς κάποια κατεύθυνση, χωρίς πια να ξέρει και ποιος είναι αυτός που του φταίει. Σίγουρα δεν είναι ένας, δύο ή τρεις. Είναι πολλοί. Πάρα πολλοί. Τόσοι που η ευθύνη μπορεί με κάποιον τρόπο να φτάνει ακόμα και σε μας τους ίδιους.

Η Βίλα Μαργαρίτα ήταν ένα κτήριο που, μπορεί να μη χτίστηκε πάνω σε μια «αθηναϊκή λογική», αλλά είχε απορροφηθεί από την πόλη, είχε γίνει μέρος του χαρακτήρα της και έδινε και μια αισθητική κατεύθυνση.

Η Αθήνα βασανίζεται αρκετά από τον υπερπληθυσμό της. Ειδικά όταν η Αττική έχει μεγάλα τμήματα αναξιοποίητα που αν έπαιρναν μερίδιο του πληθυσμού, θα προσέφεραν ανάσες στις υπερφορτωμένες γειτονιές της πόλης. Κι αυτό ήταν ένα μεγάλο πάτημα ώστε η Χούντα να γκρεμίσει το κτήριο αυτό και να αντικατασταθεί από ένα άψυχο κτήριο που στέγασε και στεγάζει γραφεία της Εθνικής Τράπεζας.

Πολύ γρήγορα έγινε το πιο εντυπωσιακό κτήριο στους Αμπελόκηπους και εξελισσόταν σε ένα τοπόσημο για την Αθήνα.

Όταν έγινε η απαλλοτρίωση ενός μεγάλου τμήματος του κήπου, σηματοδοτήθηκε η αρχή του τέλους για τη Βίλα Μαργαρίτα.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ακριβώς στα 1900, ο αρχιτέκτονας Πάνος Καραθανασόπουλος ανέλαβε να οικοδομήσει ένα οίκημα-παραγγελιά ενός Αρμένιου εμπόρου με βρετανική υπηκοότητα, ο οποίος διέθετε παλαιοπωλείο στη συμβολή των οδών Ερμού και Βουλής. Έτσι, οικοδομήθηκε η Βίλα Μαργαρίτα στην οδό Βασ. Σοφίας 118 και Μεσογείων, κτήριο γοτθικού τύπου, με κόκκινη πελεκητή πέτρα, μια έπαυλη που διέθετε 32 δωμάτια , πυργίσκους με πολεμίστρες, σιέλ τρούλο με αλεξικέραυνο, πυκνοφυτευμένο κήπο με φοίνικες, θάμνους και πεύκα, διάφορους αποθηκευτικούς χώρους και άλλα περίτεχνα διακοσμητικά στοιχεία. Συνολική έκταση: 1.613 τετραγωνικά μέτρα.

Πολύ γρήγορα έγινε το πιο εντυπωσιακό κτήριο στους Αμπελόκηπους και εξελισσόταν σε ένα τοπόσημο για την Αθήνα. 2 και βάλε δεκαετίες μετά, όλη η έκταση και η έπαυλη αγοράστηκαν από τον επιχειρηματία Ευστάθιο Λάμψα, ιδιοκτήτη του Μεγάλη Βρεταννία. Ο Λάμψας είχε τότε μια θετή κόρη, τη Μαργαρίτα, κι έτσι απέκτησε η βίλα το όνομά της. Στα πρώτα χρόνια, η βίλα ανήκε στην Παλμύρα, τη σύζυγό του, εκ Γαλλίας καταγόμενη. Το 1939, μετά τον θάνατό της, η βίλα πέρασε στην κατοχή της εγγονής του Σοφίας. Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου, στεγάστηκε εκεί η πρεσβεία της Δανίας.

Μετά το τέλος του πολέμου, την απελευθέρωση της Αθήνας και το τέλος και του εμφυλίου, ένα διάστημα στο οποίο η χώρα έμοιαζε να βρίσκει επιτέλους λίγο χώρο να προοδεύσει, άρχισε να αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο ο πληθυσμός της πόλης. Αυτό, σε συνδυασμό με την εξάπλωση των αυτοκινήτων, «φούσκωσε» τις οδικές αρτηρίες και εμφανίστηκαν τα πρώτα κυκλοφοριακά κομφούζιο. Γεννήθηκε η ανάγκη για αναπροσαρμογές και μία από αυτές ήταν να απαλλοτριωθεί τμήμα του κήπου ώστε να διαπλατυνθεί η στροφή από τη Λεωφόρο Μεσογείων προς τη Βασιλίσσης Σοφίας (τότε η φορά της κυκλοφορίας ήταν αντίθετη από τη σημερινή σε αυτό το σημείο). Μετά από κάποιες ακόμη απαλλοτριώσεις, η έκταση του οικοπέδου είχε πλέον πέσει στα 1.098 τ.μ., με το μεγαλύτερο μέρος του κήπου να έχει χαθεί.

Η Χούντα προφασίστηκε πως δεν έχει χαρακτηριστικά ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και επομένως δεν χρειαζόταν να χαρακτηριστεί διατηρητέο.
Θα μπορούσε να είναι κτήριο-έμβλημα της Αθήνας: Γκρεμίστηκε γιατί δήθεν δεν ταίριαζε

Πώς πάει κάποιος από αυτό αριστερά σε αυτό στα δεξιά;

Ένα μεγάλο μέρος της αίγλης του κτηρίου είχε χαθεί και η ιδιοκτησία το έβγαλε στο σφυρί το 1970, όταν είχε εδραιωθεί για τα καλά η Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Η Κτηματική Τράπεζα ήταν πια η νέα ιδιοκτησία και τα σχέδιά της για το οίκημα προκάλεσαν τις αντιδράσεις των ντόπιων που έδωσαν αγώνα για να το σώσουν και να κριθεί διατηρητέο. Όμως, η Χούντα προφασίστηκε πως δεν έχει χαρακτηριστικά ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και επομένως δεν χρειαζόταν να χαρακτηριστεί διατηρητέο και να προστατευτεί.

Το 1970 κατεδαφίστηκε για να ανεγερθεί το 1972, αυτός ο «μικρός ουρανοξύστης» με τη γυάλινη «φορεσιά», ένα 9ώροφο τότε κτήριο που στέγαζε τα γραφεία της τράπεζας ως το 1998, όταν και απορροφήθηκε από την Εθνική Τράπεζα, η οποία στεγάζεται εκεί ως σήμερα. Και δίπλα ακριβώς, ο Πύργος των Αθηνών.

Τότε, υποστηρίχθηκε ότι ο λόγος της κατεδάφισης ήταν πως ο Κωνσταντίνος Κόλλιας, πρώτος πρωθυπουργός της Χούντας και μετέπειτα εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, είχε πιέσει γι’ αυτό, διότι κατοικούσε στο κοντινό γωνιακό σπίτι Βασιλίσσης Σοφίας και Φειδιππίδου και δεν αποδεχόταν να έχει κάποιος άλλος πιο ωραίο σπίτι από το δικό του.

Σαφέστατα, το γοτθικό κτήριο έμοιαζε άσχετο με την ελληνική αρχιτεκτονική (αν και με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε κατασκευές εκκλησιών) και ενδεχόμενα στην πορεία των ετών μετά τη δικτατορία, με αυτή την ισοπέδωση που επήλθε, να ήταν ακόμα πιο παράταιρο. Αλλά, από την άλλη, θα μπορούσε να έχει λειτουργήσει ως κυματοθραύσης και να δώσει μια αρχιτεκτονική κατεύθυνση, έστω στη γειτονιά που βρισκόταν, να διατηρήσει μια αριστοκρατική αστική αίγλη στους Αμπελόκηπους και την Αθήνα συνολικά.

Αλλά δε μπορεί να υπάρξει καμία λογική εξήγηση στο να επιλέξει κάποιος να ορίζεται η εικόνα της περιοχής από ένα γυάλινο κτήριο και όχι από την «κόκκινη βίλα».

 

Διαβάστε ακόμη: Ποιος θυμάται το εστιατόριο Ideal που έγραψε ιστορία;

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top