
Οι πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ είναι υπόδειγμα «στοχαστικής σιωπής» στις μορφές των ανθρώπων που ζωγραφίζει. Εκεί, η εξουσία και η δύναμη πηγάζουν από το ασαφές, το μυστηριώδες, το άγνωστο.
Μια φορά κι έναν καιρό, στην αρχαία Κίνα, δύο μοναχοί ταξιδεύαν παρέα οδοιπορικώς. Το ταξίδι ήταν μακρύ. Οπότε, ο ένας απ’ τους δύο, για να γεμίζει δημιουργικά τον χρόνο που θα περνούσαν μαζί, ξεκίνησε την κουβέντα. Άρχισε να μιλάει. Να μιλάει ακατάπαυστα… Λογομαχούσε για το ένα ή το άλλο ζήτημα, αράδιαζε κάθε δυνατό επιχείρημα, έφερνε παραδείγματα, επικαλούνταν όρους και έννοιες, πάλευε να γίνει σαφής με τις λέξεις.
Ο άλλος μοναχός περπατούσε σιωπηλός. Άκουγε τα πάντα και δεν απαντούσε σε τίποτα. Συμμετείχε διά της σιωπής. Τούτο το μοτίβο διήρκησε μέρες ολόκληρες. Κάποια στιγμή, ο λαλίστατος μοναχός εξοργίστηκε με τον απαράμιλλο ησυχασμό του συνταξιδιώτη του και τον ρώτησε αγανακτισμένος:
«Μα καλά, γιατί δεν απαντάς ποτέ; Γιατί δεν αντιδικείς μαζί μου; Γιατί δεν συνδιαλέγεσαι; Θεωρείς τις ιδέες μου ανάξιες; Ή μήπως σιωπάς επειδή συμφωνείς με όλα όσα λέω;»
Ο άφωνος μοναχός χαμογέλασε και αποκρίθηκε: «Δεν σου απαντάω, γιατί δεν έχω τίποτα να κερδίσω. Μιλάς, ακούω… Έχεις δει ποτέ τον ποταμό να λογομαχεί με τους βράχους για το σωστό μονοπάτι; Συζητά ποτέ η αρκούδα με τον άνεμο για την κατεύθυνση που πρέπει να φυσήξει;».

Ο ζωγράφος Πίτερ Μπρυγκέλ ο πρεσβύτερος μάς δείχνει στους πίνακές του πόσο μικροί φαίνονται οι άνθρωποι αν φανταστούμε ότι παρατηρητής του πίνακα είναι ο Θεός, δηλαδή «το μάτι της εξουσίας». Πίνακας: «H μάχη μεταξύ Καρναβαλιού και Σαρακοστής», 1559.
Η αυτοκρατορία της φλυαρίας υποβαθμίζει την εξουσία
Η σιωπή είναι δύναμη. Η σιωπή είναι εξουσία. Το έχουμε γράψει εμμέσως και εδώ. Αυτή η παραδοχή κρύβει μια σοφία που σχεδόν όλοι τείνουμε να την ξεχάσουμε. Το παραμύθι με τους ταοϊστές μοναχούς μάς δείχνει πως αυτός που έχει πραγματική δύναμη στα χέρια του προτιμά να παραμείνει σιωπηλός, να μιλάει μόνο όταν πρέπει, να μην υποκύπτει στον θόρυβο των δηλώσεων, των επερωτήσεων και των αντεγκλήσεων.
Στον στίβο της ζωής, οι αληθινοί νικητές είναι πάντα οι αόρατοι. Διότι, όπως θα υπενθύμιζε κάποιος σαν τον Χομπς, «το να είσαι αόρατος σημαίνει να κατέχεις την απόλυτη εξουσία». Δεν γίνεται, ακούγοντας αυτή τη φράση, να μην μας έρθει κάποιος άλλος κατά νου απ’ τον ίδιο τον Θεό.
Πράγματι, στην ευρωπαϊκή κληρονομιά μας έχουμε αποθέσει όλες τις ελπίδες μας στον Λόγο, όσον αφορά τη διευθέτηση των ανθρώπινων υποθέσεων, στην πίστη ότι το αίνιγμα της ζωής θα το λύσουμε με την απεραντολογία.
Από το πασίγνωστο «Εν αρχή ην ο Λόγος» του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, τον ορισμό του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο ως «ζώον λόγον έχον», την εμμονή του Καντ για τον Λόγο ως καθολική κατηγορία, μέχρι τις ριζοσπαστικές απόψεις του Φουκώ ότι ο Λόγος κυβερνά τα πάντα και τις παραδοξολογίες του Βίτγκενσταϊν ότι το δράμα του κόσμου δεν είναι παρά μια γλωσσική παρεξήγηση, συνειδητοποιεί κανείς πόσο δυσκολεύονται οι διαφωτισμένοι άνθρωποι να ξεφύγουν απ’ την κατάρα του ομιλούντος ατόμου.
«Λόγια, λόγια, λόγια» που έλεγε και ο Άμλετ.

Αυτοί που φαίνονται στα μάτια μας οι δυνατοί, τις περισσότερες φορές δεν είναι. Duane Michals – Empty New York, 1965.
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια
Μπορεί να έχουμε στερηθεί αρκετές από τις ελευθερίες μας, αλλά η δημοκρατία μας καταφέρνει να επιβιώσει κρεμάμενη απ’ το τελευταίο αποδεικτικό της τεκμήριο: να μας παρέχει τη δυνατότητα να μιλάμε. Η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης θεωρείται το ύψιστο αγαθό των ημερών μας. Η άσκησή τους ενθαρρύνεται σε τέτοιον βαθμό, ώστε δαπανάται σχεδόν ο μισός ενεργειακός προϋπολογισμός για να μπορούμε να έχουμε το δικαίωμα να λέμε ασταμάτητα τη γνώμη μας.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί ότι πίσω από κάθε ασήμαντη δήλωση –γαρνιρισμένη φυσικά με ολίγες διαφημίσεις– την οποία απευθύνει ένας influencer στο κοινό του, κρύβεται ένας αόρατος και εντελώς σιωπηλός μηχανισμός που κινεί τα νήματα.
Σ’ αυτό το σημείο οφείλει κανείς να γίνει για λίγο «μαρξιστής»: για να υπάρξει το εποικοδόμημα της «επιρροής γνώμης», για να μπορέσει ο οποιοσδήποτε να επηρεάσει με τα λόγια τον οποιονδήποτε για το οτιδήποτε, για να στηθούν οι κάμερες, τα μικρόφωνα, οι φωτισμοί ώστε να λάμψει η ιδεολογία, για να γραφτούν όλα τα πιθανά σενάρια που θα συγκινήσουν τους δέκτες, απαιτείται μια «υλική βάση», ένας ολόκληρος στρατός ανθρώπων που κρατούν στα χέρια τους την πραγματική εξουσία, που αντί να μιλάνε προτιμούν να μετασχηματίζουν τον κόσμο σιωπηλοί.

Taryn Simon – Start Again the Lament (installation), Gagosian.
Η εξουσία είναι εκκωφαντικά ήρεμη
Σκεφτείτε ένα οπτικοακουστικό υλικό, μια ηχογραφημένη φωνή, μια τηλεοπτική μετάδοση. Πόσα δεκάδες υψηλόβαθμα στελέχη χρειάζονται σε επίπεδο χάραξης πολιτικής, πόσοι εκατοντάδες προγραμματιστές αλγοριθμικών μοντέλων να τρέξουν τον κώδικα, πόσοι γραφίστες για να δημιουργήσουν ένα εύχρηστο ψηφιακό περιβάλλον, πόσοι testers, proofreaders, αναλυτές δεδομένων, digital marketing experts, κλπ, κλπ;
Για να μην μιλήσουμε για τους χιλιάδες σκλάβους που ρισκάρουν τη ζωή τους στα ορυχεία της Αφρικής προκειμένου να εξορύξουν τις πρώτες ύλες, και για όλα τα logistics που απαιτούνται ώστε να φτάσει η πρώτη ύλη στις παραγωγικές μονάδες, μέχρι να πάρει τελική μορφή και να καταλήξει στις οθόνες και στα ακουστικά μας.
Εκεί, λοιπόν, βρίσκεται η εξουσία… Πίσω απ’ τα λόγια που λέγονται. Στην «ομερτά» αυτών των ανθρώπων.

Ένα σκυλί που γαβγίζει, κάτι προσπαθεί να προστατεύσει, κάτι που είναι εύκολα ορατό. Αντιθέτως, κάποιος που δε μπορείς να τον διαβάσεις, ξέρεις ότι έχει κάτι μη ορατό. Κι αυτό σε γοητεύει να τον ακολουθήσεις.
O διαρκής θόρυβος είναι αποτέλεσμα αδυναμίας
Η ειδική απαίτηση των ανθρώπων να εκφράζονται όλη την ώρα στοχεύει σε μεγάλο βαθμό στην ανάγκη για επιβεβαίωση.
Αυτοί που φαίνονται στα μάτια μας οι δυνατοί, τις περισσότερες φορές δεν είναι. Μοιάζουν και οι ίδιοι τους εξίσου εξαρτημένοι, εκλιπαρούν για τη συναίνεση των άλλων, προσεύχονται για αναγνώριση.
Αυτοί που είναι πραγματικά δυνατοί δεν χρειάζεται να εξηγήσουν τις προθέσεις τους, να δικαιολογήσουν τα λόγια τους, να επιζητήσουν το χειροκρότημα και τη λάμψη της δημοσιότητας. Ο Μακιαβέλλι συμβούλευε τον «Ηγεμόνα» του να ελέγχει τη συλλογική συνείδηση χωρίς να καταναλώνεται ο ίδιος απ’ αυτήν. Όσα βρίσκονται σε κοινή θέα δεν είναι παρά εργαλεία της εξουσίας, όχι η πραγματικότητά της.
Διότι, όσο πιο πολύ μιλάς, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις να υποπέσεις σε λάθη, να πεις ψέματα, να βυθιστείς στις αντιφάσεις, να μην πείσεις, να παραγκωνιστείς, να φας cancel. Όσο πιο πολύ φαίνεσαι, τόσο περισσότερους εχθρούς και ανταγωνιστές θα αποκτήσεις, τόσο πιο πολύ θα εξαρτάσαι απ’ την αποδοχή των άλλων.
Αν, λοιπόν, στη σιωπή βασίζεται ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της εξουσίας, αυτό συμβαίνει επειδή το καύσιμο είναι η αυτοπεποίθηση να επιβάλλεις την παρουσία σου χωρίς να γίνεσαι ορατός, να φέρνεις τα επιθυμητά αποτελέσματα χωρίς να χρειάζεται ούτε καν να μιλήσεις.

Ίσως το κλασικότερο παράδειγμα του πραγματικού προσώπου της εξουσίας το έδειξε ευκρινώς ο σκηνοθέτης Στάνλεϊ Κούμπρικ μέσω της «Αίθουσας Πολέμου» στην ταινία Dr. Strangelove or How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb.
Η εξουσία είναι πίσω απ’ τα παρασκήνια
Υπάρχουν αυτά που λέγονται για να ακουστούν, και υπάρχουν αυτά που ακούγονται χωρίς να χρειάζεται να ειπωθούν. Αναμφίβολα, τα πιο ισχυρά και αναλλοίωτα είναι τα δεύτερα. Όσα κρύβονται πίσω απ’ τις κουρτίνες. Όσα δεν μπορείς να δεις, αλλά βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι βρίσκονται εκεί…
Μπορεί κανείς άραγε να αναφέρει τα ονόματα των διπλωματών, των στρατηγών, των πρακτόρων, των κονσιλιέρι της χώρας του; Υπάρχει κάποιος brand manager, σύμβουλος επικοινωνίας, image maker, που να κατέχει στρατηγικό ρόλο σε κυβερνητικά γραφεία ή σε πολυεθνικές εταιρείες και την ίδια στιγμή να είναι πασίγνωστος στο κοινό; Ανακοινώνονται πουθενά τα στοιχεία των board members απ’ τα Private Equities; Έχει δει ποτέ κανείς με τα ίδια του τα μάτια τον κύκλο των εγγυητών, των μεγαλομετόχων, των μεντόρων που περιβάλλουν τον Ίλον Μασκ, τον Μπιλ Γκέιτς, τον Τζόρτζ Σόρος;
Η απάντηση φυσικά και είναι «όχι».
Γιατί αυτοί που σκηνοθετούν την παράσταση του κόσμου δεν μιλάνε. Απλώς μάς αποκαλύπτονται διά της πανταχού απουσίας τους…




