
Ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης σε νεαρή και μεγαλύτερη ηλικία, σύμφωνα με προσωπογραφίες του.
Αν διαβάσει κανείς βιβλία εκτός σχολείου για την Ιστορία του ελληνικού κράτους, θα δει πως υπήρξαν άπειροι που πολέμησαν για την Ελλάδα περιμένοντας να πάρουν αντάλλαγμα μετά την απελευθέρωση. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλοί από τους εθνικούς ευεργέτες δεν τολμούσαν να έρθουν στην Ελλάδα για να δουν τις ευεργεσίες τους, για να τιμηθούν. Δεν ήθελαν να δουν πού φαγώθηκαν τα χρήματά τους και ποιοις ευεργετούν. Υπήρξαν όμως και αρκετοί, μειοψηφία δυστυχώς, που πολέμησαν σε κάθε ευκαιρία για την Ελλάδα δίχως να προσδοκούν να πάρουν κάτι πίσω. Αυτός ήταν ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης.
Αν και ήταν αγωνιστής, φιλολογιστής, δημοτικιστής και μεταφραστής, προτάσσουμε την ποιητική του ιδιότητα γιατί οφείλεται ακριβώς σε αυτή, στην ηθική κάθαρση που προσφέρει η ποίηση, ότι δε ζήτησε ποτέ να πάρει κάτι για τη συμβολή του σε κάθε εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, ιδίως στην Κρήτη και τα Επτάνησα, αλλά και στους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν και ακούστηκε το κύκνειο άσμα του.
Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε στην Ιθάκη, έζησε όμως τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Κέρκυρα. Είχε ισπανική καταγωγή. Ο παππούς του, δον Λορέντζο Μαμπίλι ι Μπουλινί (Mabilly y Bulligny), είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Κέρκυρα, όπου υπηρέτησε ως γενικός πρόξενος της Ισπανίας. Ο πατέρας του, Παύλος Φερδινάρδος Κάρολος Μαβίλης, υπηρετούσε ως πρόεδρος δικαστηρίου στην Ιθάκη, όταν η σύζυγός του Ιωάννα (το γένος Καποδίστρια – Σούφη), έφερε στον κόσμο τον Λορέντζο (1860).
Πέρασε τα σχολικά του χρόνια στο Βασιλικό Γυμνάσιο, απ’ όπου αποφοίτησε το 1877. Στη συνέχεια, ήρθε στην Αθήνα και άρχισε να σπουδάζει στη Φιλοσοφική και Μαθηματική Σχολή. Τον επόμενο χρόνο, έφυγε για το Μόναχο όπου συνέχισε τις σπουδές του στο εκεί Πανεπιστήμιο, τις οποίες συνέχισε αργότερα στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Στα 14 χρόνια που έζησε στη Γερμανία ο ποιητής, εκτός από κάποιες επισκέψεις στην Κέρκυρα, έκανε μποέμικη ζωή και στο πλαίσιο αυτής έμαθε 7 ξένες γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, γερμανικά, λατινικά και σανσκριτικά.

Αριστερά, ο ποιητής με τη στρατιωτική του στολή. Δεξιά, τάγμα των Γαριβαλδίνων στη σημερινή Σερβία.
Υπέρμαχος της δημοτικής γλώσσας
Ήταν, όπως είπαμε στην αρχή, δημοτικιστής, στήριζε δηλαδή την ανάγκη μετάβασης από την καθαρεύουσα σε μια νέα καθομιλουμένη. Εμπνεύστηκε από τον Σολωμό, ενώ συνομιλούσε με τους Ιάκωβο Πολυλά, Νικόλαο Κονεμένο, Γεώργιο Καλοσγούρο, Νικόλαο Κογεβίνα, Ανδρέα Κεφαλληνό και Γεράσιμο Μαρκορά. Όταν έγινε βουλευτής, το 1910, προώθησε τη δημοτική και έβγαλε έναν αλήστου μνήμης λόγο στη Βουλή, όπου είπε τη φράση «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν».
Αυτά τα στοιχεία, ο κοσμοπολιτισμός του, η αγάπη του για τις ξένες γλώσσες, το ότι πρωτοστάτησε σε μια νέα γλώσσα, είναι στοιχεία του στυλ του. Ένα στυλ πατριωτικό, αλλά με εξωστρέφεια. Ήθελε να δει μια μεγάλη Ελλάδα, μια Ελλάδα που να μπορεί να είναι πραγματικά αυτόνομη και ενωμένη.
Γι’ αυτό πολέμησε στους αγώνες που έδωσαν οι Κρήτες για την ανεξαρτησία του νησιού στο τέλος του 19ου αιώνα, ενώ το 1897 βρέθηκε με κερκυραϊκό στράτευμα στην Ήπειρο, όπου και τραυματίστηκε. Εκεί είναι που θα έμπαινε και το τέλος στη ζωή του, πάλι με μια πράξη ανδρείας, με ένα στυλ πατριωτικό στα λόγια και τις πράξεις, με ένα στυλ γενναίο και ανιδιοτελές.

Οι Ερυθροχιτώνες Γαριβαλδίνοι. (Un grupo di Garibaldini, Πίνακας του Φίλιπο Παλίτσι)
Ένας ποιητής με καρδιά λιονταριού
Ήταν το 1912 και ο ποιητής ήταν 52 ετών. Είχε περάσει προ πολλού την στρατεύσιμη ηλικία. Όταν θέλησε να πολεμήσει στους Βαλκανικούς, το κράτους δεν του το επέτρεψε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος του πρότεινε να πάρει θέση στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, για να βοηθήσει με την εμπειρία του στην οργάνωση του στρατεύματος. Όμως, ο Μαβίλης δεν ήθελε. Ήθελε να βρεθεί στη μάχη, να πολεμήσει για την πατρίδα. «Όχι, εγώ θα πάω στα Ιωάννινα», είπε με ένταση. Και το έκανε διά της πλαγίας οδού.
Εκείνη την εποχή, κάπου στα μισά του 19ου αιώνα, είχε συσταθεί στην Ιταλία το ανεξάρτητο σώμα των Γαριβαλδίνων, δηλαδή του στρατού του Τζουζέπε Γκαριμπάλντι, που επενέβαινε σε πολέμους σε ξένες χώρες βοηθώντας τες να αμυνθούν τα εδάφη τους. Δεν εμπλεκόταν ποτέ με τον επιτιθέμενο. Όταν πέθανε ο Τζουζέπε, το 1882, τη θέση του πήρε ο γιος του Ριτζότι.
Πήραν μέρος στις μάχες του Δομοκού και του Βελεστίνου το 1897, με 300 εθελοντές, όπου και διακρίθηκαν. Το 1912, ο 65χρονος πια Ριτσότι, με τον γιο του τον Τζουζέπε Πεπίνο και την κόρη του, ξεκίνησαν την στρατολόγηση εθελοντών για να πολεμήσουν στο πλευρό των Ελλήνων κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η ιταλική κυβέρνηση, απαγόρευσε τη στρατολόγηση των εθελοντών. Ωστόσο, ο Ριτσότι μαζί με τα δύο παιδιά του και μια μικρή ομάδα γενναίων Γαριβαλδίνων, αψήφησαν τις απαγορεύσεις.
Όταν ήρθαν στην Αθήνα οι Ερυθροχιτώνες Γαριβαλδίνοι, περίπου 1.000 άτομα, για να στρατολογήσουν, ο ενθουσιασμός οδήγησε 3.000 Αθηναίους να γραφτούν στο σώμα
Όταν σχηματίστηκε το στράτευμα εθελοντών, μπήκε επικεφαλής ο Συνταγματάρχης και πολιτευτής Αλέξανδρος Ρώμας. Στους στρατιώτες, εκτός του Λορέντζο Μαβίλη, ήταν ο ποιητής Ναθαναήλ Δομενεγίνης, ο Αριστοτέλης Τοπάλης, ο Αλέξανδρος Γέροντας, ο Αλέξιος Τάκης και η Ασπασία Ι. Ράλλη, κόρη του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ανιψιά του Ρώμα και σύζυγος του πολιτευτή Ι. Ράλλη, η οποία πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο μέτωπο ως νοσηλεύτρια.
Μετά από σύντομη άσκηση, οι Γαριβαλδηνοί αναχώρησαν για το μέτωπο της Ηπείρου, όπου ο Στρατός μας με επικεφαλής τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη συναντούσε δυσκολίες, λόγω υπέρτερων τουρκικών δυνάμεων, αλλά και των απροσπέλαστων οχυρών του Μπιζανίου.

Η προτομή του στην Πλατεία Μαβίλη.
Η μάχη του Δρίσκου
Οι Γαριβαλδίνοι έφτασαν στο όρος Δρίσκος, ύψους 1.078 μέτρων, λίγο έξω από τα Ιωάννινα, στις 26 Νοεμβρίου του 1912, με επικεφαλής τον Ρώμα και επιτελάρχη τον Μπαρδόπουλο. Μαζί τους πολέμησαν και Κρήτες εθελοντές. Την πρώτη μέρα, οι Γαριβαλδίνοι ανάγκασαν 600 Τούρκους να παρατήσουν τα πόστα τους. Όταν ενισχύθηκαν οι Τούρκοι, οι συσχετισμοί άλλαξαν.
Ιδιαίτερα, το τουρκικό πυροβολικό από την Καστρίτσα τους προκάλεσε μεγάλες απώλειες. Σύντομα, οι Γαριβαλδηνοί ενισχύθηκαν από δυνάμεις πεζικού και τρία παλιά, πεδινά πολυβόλα, τα οποία έβαλαν κατά των τουρκικών θέσεων στην Καστρίτσα και στη Γιάννιτσα. Σε αυτό το διάστημα 2 ημερών, οι Τούρκοι είχαν πάνω από 1.000 απώλειες, οι Γαριβαλδίνοι είχαν μείνει σε μεσαίο τριψήφιο αριθμό.
Ο Δρίσκος ήταν ένα στρατηγικό οχυρό που δεν ήθελαν να χάσουν οι μεν και οι δε. Οι Τούρκοι τότε έστειλαν μεγάλο πεζικό τμήμα, ανήλθαν συνολικά σε 8.000 άντρες και η μάχη έμοιαζε πια χαμένη. Πολλοί από τους επικεφαλής τραυματίστηκαν, άλλοι πέθαναν. Στους δεύτερους ανήκε ο ποιητής μας.
Ο Μαβίλης, Λοχαγός των Γαριβαλδινών, δέχτηκε μοιραίο χτύπημα από σφαίρα καθώς αποσυρόταν από το πεδίο της μάχης. Σύμφωνα με τον συμπολεμιστή του Νίκο Καρβούνη, τα τελευταία του λόγια ήταν: «Περίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμον, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου, για την Ελλάδα». Ξεψύχησε στα χέρια του Κεφαλλονίτη (από παλιά γαλλική οικογένεια) Φωκίωνα Ρωκ, που μετέπειτα έγινε γλύπτης και φιλοτέχνησε το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.
Οι πράξεις μας, η νοοτροπία μας, είναι στυλ. Κι ο Μαβίλης δεν αρκέστηκε σε μια θέση γραφείου, ούτε βρήκε πάτημα στην ηλικία του και τους τόσους πολέμους που είχε λάβει μέρος. Η πατρίδα τον καλούσε και ήθελε ξανά να απαντήσει με το σώμα του στο πεδίο της μάχης. Δεν ήταν τα ρούχα του, η ενδυμασία του το στυλ του, αλλά η αυτοθυσία, η αυταπάρνηση, το ότι με τη φράση που είπε στις τελευταίες του στιγμές έδειξε πως ουδέποτε περίμενε να του ανταποδώσει υλικά η πατρίδα τον αγώνα του.
Διαβάστε ακόμη: Το ταπεινά μεγαλοπρεπές στυλ του Αισχύλου (525-456 π.Χ.)




